NemeaPress

Η διαχρονική αξία του ΟΧΙ του Έπους του ΄40

Υπό Αιδεσιμολ. Δημητρίου Λυμπεροπούλου Εφημερίου Ιερού Ναού Προφήτου Ηλιού και Αγίων Νεομαρτύρων Δημητρίου και Παύλου Τριπόλεως

Μέσα στη διαδρομή του αείροου  χρόνου, υπάρχουν κάποια ιστορικά γεγονότα και περιστατικά, που είναι κεχαραγμένα με ανεξίτηλα χρυσά γράμματα, εις τας δέλτους  της  νεωτέρας Ελληνικής  Ιστορίας, και θα παραμένουν φωτεινός οδοδείκτης για τις γενιές που ακολουθούν.

Ο χρόνος  μόνον το ωραίον δεν μπορεί να φθείρη, το οποίον ωραίον είναι η δοκιμασία όλων των σπουδαίων πολιτισμών.

Εξέχουσαν θέσιν καταλαμβάνει η Έποποιϊα του 1940-41.



Αφιέρωμα στο Έπος του ΄40, οι στίχοι, μέσα από το ποίημα του Κ. Βάρναλη.

«Ποιος είναι εκείνος ο λαός που λέει στους ξένους  ‘ΌΧΙ’ και που κρατά κατάκορφα της λευτεριάς τη λόχη, κι όντας οι λίγοι αφέντες του, που τον διαφεντεύουν τον παρατάν μεσοστρατίς και ασκώνονται και φεύγουν;

Ποιος είναι εκείνος ο λαός που στάθηκε λιοντάρι, όντας του πέσανε μαζί δυο κολοσσοί κουρσάροι…»

Είναι γνωστόν ότι οι ήλιοι της ανδρείας των Ελλήνων δεν σβήνουν ποτέ. Είναι οι ήλιοι της πίστεως, της αγάπης του ηρωισμού και της αρετής.

Τα νέφη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, είχαν αρχίσει να καλύπτουν τον ουρανό της Ευρώπης. Όμως εις αρκετές χώρες ο πόλεμος εφαίνετο μια μακρινή εφιαλτική ιδέα. Στην Ελλάδα εφαίνοντο όλα ειρηνικά. Δυστυχώς όμως δεν ήτο έτσι.

Από τας αρχάς του έτους 1939, η Αλβανία ήτο ήδη τμήμα του Ιταλικού εδάφους, προοριζόμενον δια την εξαπόλυσιν επιθέσεων εναντίον της Ελλάδος. Ο Μουσολίνι ηνωχλημένος από τις επιτυχίες του Αδόλφου ΄Χίτλερ, με την κατάληψιν των γειτονικών χωρών, Πολωνία, Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Γαλλία, επεθύμει να καταλάβη περιοχές της Ελλάδος, και τούτο προς ενίσχυσιν του γοήτρου του, προς αναβίωσιν της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Την 27ην Οκτωβρίου 1940. έλαβε χώραν μία πανηγυρική παράστασις του μελοδράματος Madam Butterfly του Σκηνοθέτου Ιταλού Πουτσίνι, εις το Θέατρον ‘”ΟΛΥΜΠΙΑ” ‘εις Αθήνας. Μετά το πέρας της παραστάσεως, εις την Ιταλικήν Πρεσβείαν επηκολούθησε μεγάλη δεξίωσις, με επισήμους τους παρακολουθήσαντες την παράστασιν.

Και το παράδοξον. Εις την αίθουσαν δεξιώσεως, είχαν αναρτηθεί η Ελληνική και η Ιταλική Σημαία. Εις δε την τούρταν φιλοτεχνημένες οι λέξεις «ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ». Τι ειρωνία! Μια σχέτη παραπλάνησις μπροστά στις ψεύτικες αυτές λέξεις.

Κατά την διάρκειαν της τελετής ο Ιταλός Πρέσβυς Εμανουέλλε Γκράτσι, όλως υπούλως έπλεκε το εγκώμιον της Ελλάδος, και του Πρωθυπουργού Ιωάννου Μεταξά, και από την άλλην πλευράν απεκρυπτογραφείτο το τελεσίγραφον του Μπενίτο Μουσολίνι, με σκοπόν την παράδοσιν της Ελλάδος. (Φωτεινή γραμμή, τεύχος 37ον).

Την 3ην πρωϊνήν ώραν της 28ης Οκτωμβρίου 1940, ο πρέσβυς Γράτσι μετέβη εις την οικίαν του Πρωθυπουργού εις την Κηφισιά, και του επέδωσε το τελεσίγραφον. Ο Ιωάννης Μεταξάς αγέρωχος, διάβασε το ιταμόν εκείνο κείμενον, και απήντησε με το βροντερό και κοσμοσωτήριον εκείνο:

«ΟΧΙ. Λοιπόν πόλεμος.»

Ήτο ένα ‘‘ΟΧΙ” όλων των Ελλήνων. Γνήσιοι απόγονοι του Λεωνίδα με τους 300 Σπαρτιάτες στα στενά των Θερμοπυλών, με εκείνο το «Μολών Λαβέ» εις την απάντησιν του Ξέρξη να παραδώσουν τα όπλα των.

Την απάντησιν του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορος, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, εις τον Μωάμεθ τον πορθητήν, να του παραδώση τας κλείδας της Κωνσταντινουπόλεως. «Δεν είναι δικαίωμα μου, ούτε κανενός άλλου να παραδώσει την πόλιν. Είμεθα μάλιστα αποφασισμένοι, όλοι ομοφώνως να αποθάνωμεν αγωνιζόμενοι υπέρ Αυτής.»

Ήτο η άλλοτε εκείνη απάντησις της φρουράς των Μεσολογγιτών, τα έτη 1825 – 1826, στις διαταγές των Κιουταχή και Ιμπραήμ, να παραδώσουν το ανοχύρωτο ΚΑΛΥΒΑΚΙ ΤΩΝ 4.500 χιλιάδων πολεμιστών, έναντι των 30.000 οπλισμένων Τούρκων: «Τα κλειδιά του Μεσολογγίου είναι κρεμασμένα στις μπούκες των κανονιών.»

Ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς αμέσως ειδοποίησε τον Βασιλέα Γεώργιον τον Β΄, τον Στρατάρχην Αλέξανδρον Παπάγον, το Γενικόν Επιτελείον Στρατού ΓΕΣ, και όρισε δια την 5ην πρωϊνήν το υπουργικόν Συμβούλιον, επικοινωνήσας και με τον μακαριστόν Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Κυρόν Χρύσανθον, δια να ζητήση την ευλογίαν της Εκκλησίας.

Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός εξήγησε στις 30 Οκτωμβρίου του 1940, στον Αθηναϊκόν Τύπον ότι: «Εάν εδέχετο το Ιταλικόν τελεσίγραφον, η Ελλάδα θα είχε υποστή το μεγαλύτερον πλήγμα. Η Ιταλία θα κατελάμβανε την Ήπειρον. Η Βουλγαρία την Θράκην, η δε Αγγλία την Κρήτη και τα υπόλοιπα νησιά, με πλήρη απομόνωσιν της Ελληνικής Κυβερνήσεως, από τα δικά μας χώματα ποτισμένα με το τίμιον αίμα ηρώων και Μαρτύρων.»

«Ο Πόλεμος ήτο πλέον γεγονός».

Έτος 1940. Μήνας Οκτώβριος. Ημερομηνία 28η. Σιγά – σιγά είχε αρχίσει η σπορά. Η ποτισμένη και αγαθή γη δέχεται τον σποριά, που θα σπείρη τον σπόρον να φυή, να αυξηθή και να δώση τον άρτον της ζωής.

Από τις διηγήσεις των παππούδων και μερικών επιζώντων, ήταν ένα μελαγχολικό φθινοπωρινό πρωϊνό, σα να ήταν το προμήνυμα, ότι κάτι κακό θα συνέβαινε.

Ο γεωργός με το ζευγάρι με τα άλογα, και το αλέτρι που κρατούσε γερά, στα ροζιασμένα του χέρια από τις δουλειές, βύθιζε το υνί στο σώμα της εύφορης Μάνας γης, και άνοιγε το αυλάκι, για να πέση ο σπόρος και να φυτρώση.

Οι καπνοί από τις καμινάδες των τζακιών, σε σχήμα (ψηλού – ψηλού καλόγερου που κόκκαλα δεν έχει,) ανέβαιναν ψηλά στον ουρανό σαν μια πρωϊνή Προσευχή. Το μυρμήγκι το ευλογημένο αυτό μικρό – μικρούτσικο πλασματάκι, προσπαθούσε να μεταφέρη στην φωλιά του ένα σπόρο από το οργωμένο αχνιστό χωράφι, πολλές φορές μεγαλύτερο από τον όγκο του σώματος του, και αν στον ανήφορον του έπεφτε, με πολλές προσπάθειες το έφθανε στον προορισμό του.

Οι τσοπάνηδες με τα κοπάδια τους, άφηναν τις ψηλές κορυφές των Βουνών και κατηφόριζαν με τα κουδουνίσματα από τα τροκάνια, με τα ζώα φορτωμένα (καζάνια, τετζεράδες, μπαντανίες, πινακοτές, τσουκάλια, και όλα τα ναχρικά του σπιτιού – τα λεγόμενα βαρέματα) για τα χειμαδιά(κατώμερα).

Όλα κυλούσαν ήρεμα και ανθρώπινα. Για μιας, την όμορφη αυτή φυσική ομορφιά την αμαυρώνει μια βροντερή φωνή κάποιων περαστικών. (Πόλεμος- πόλεμος. Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο). Απίστευτο και όμως αληθινό. Η Ιταλία όντως μας είχε κηρύξη τον πόλεμο.

Στις 5.30 πρωϊνήν, μισή ώρα πριν την εκπνοή του Ιταλικού τελεσιγράφου, τα Ιταλικά στρατεύματα εισέβαλλαν στην Ελλάδα.

«Το Πρώτο Πολεμικό Ανακοινωθέν.

Εδώ, Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών.

Έκτατον Ανακοινωθέν.»

Η Ελλάς από τις 6ης πρωϊνής σήμερον, ευρίσκεται εις εμπόλεμον κατάστασιν προς την Ιταλίαν.

Αι Ιταλικαί Στρατιωτικαί Δυνάμεις προσβάλλουν από τις 5.30 σήμερον ημετέρα τμήματα προκαταλήψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου.

«Αι ημέτεραι Στρατιωτικαί δυνάμεις

αμύνονται του Πατρίου εδάφους.»

Για λίγα δευτερόλεπτα οι καρδιές των ανθρώπων παγώνουν. Σε λίγο αναθερμαίνονται. Γιατί μέσα τους κυλά το αίμα των ηρωικών προγόνων των. (Σαλαμινομάχοι, Μαραθωνομάχοι, Μακεδονομάχοι – Πολεμισταί του 1920 – 1922. Άφησαν τα χωράφια τους στη μέση. Ο καθένας τη δουλειά του μισοκαμωμένη. Και τρέχαν στα σπίτια τους).

Αγκαλιάζουν Μάνα, Πατέρα, παιδιά, παππούδες, γιαγιές και μέσα σε ένα είδος φρενίτιδος ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους,και τούτο από αγάπη, και τιμή, για τη μάνα Ελλάδα,αποχαιρετούν γονατιστοί μπροστά στο Εικονοστάσι του σπιτιού, με το τρεμάμενο φως του καντηλιού, ζητώντας την βοήθεια της Παναγίας, και μέσα στην μισοσκότεινη καμαρούλα και το χειμωνιάτικο, με το λαδολύχνι η πετρολύχνι, που άφηναν την ασθενική τους φλόγα να διαχέεται, και παίρνουν την ευχή των δικών τους για το μέτωπο. Η Μάνα σαν άλλη Σπαρτιάτισσα δίνει τη δική της ευχή, με το «η τάν η επί τάς».

«Καλή νίκη»

Έτσι αδάκρυτη, στάθηκε στο κατώφλι της πόρτας, ώσπου ο φαντάρος χάθηκε στη γωνιά του δρόμου.

«ΓΕΝΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΙΣ»

Τα λιγοστά καμιόνια μεταφέρουν τα λαμπρά παλληκάρια στα διάφορα στρατόπεδα της χώρας.Η Συγκέντρωσις γίνεται στο σιδηροδρομικό Σταθμό της Αθήνας. Τα βαγόνια πολλά. Οι φαντάροι μας ανεβαίνουν ακόμη και στην κορυφή του βαγονιού κρεμασμένοι σα σταφύλια, από τις χειρολαβές της πόρτας. Πλήθος κόσμου τους αποχαιρετούν, παπάδες και καλόγηροι, ανάπηροι προηγουμένων πολέμων, μάννες με βυζιανιάρικα παιδιά στην αγκαλιά, τους αποχαιρετούν με την ευχή να γυρίσουν νικηταί. Ο συρμός ξεκινά. Το σφύριγμα του ένας πραγματικός παιάνας και τραβά αγκομαχώντας επάνω στις κρύες ράγες για το μέτωπο. Φθάνουν στα Ελληνοαλβανικά σύνορα.

Απαραίτητος και η επίταξις των ζώων. (Άλογα, μουλάρια για τον Αγώνα).

Ήταν τα μόνα μέσα να μεταφέρουν τα πολεμοφόδιά στους φαντάρους μας πάνω στα απρόσητα κακοτράχαλα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, που με προτεταγμένα τα στήθη τους πραγματικά λιοντάρια, υπεραμύνοντο τα ιερά και τα όσια της Πατρίδας μας. Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός και πάλι μεταδίδει: ο Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης κάνει τον θαυμάσιον ελιγμόν και να η πρώτη Ελληνική νίκη. Οι καμπάνες των Εκκλησιών στα χωριά και στις πόλεις χτυπούσαν ασταμάτητα όταν έφθασε το πρώτο μήνυμα. Έπεσαν η Κορυτσά, το Τεπελένι, η Πρεμετή, το Αργυρόκαστρο, οι Άγιοι Σαράντα, η Χειμάρα, στα χέρια του Ελληνικού Στρατού. Η γαλανόλευκη κυμάτιζε στα ελεύθερα πλέον χωριά, και οι κάτοικοι υποδέχοντο τον Ελληνικό Στρατό να προελαύνη νικητής. Η λόγχη ήστραπτε και η ιαχή (αέρα-αέρα) συνοδευομένη από τους άναρθρους γρυλισμούς των στρατιωτών, κρατούσαν συντροφιά και ενεψύχωναν τις καρδιές των μαχωμένων παιδιών της Ελλάδος. Οι σαλπιγκταί σαλπίζουν θούρια (προχωρείτε-προχωρείτε).

(ο Υπερασπιστής του υψώματος 731 είπε:) Όσοι είναι Έλληνες και έχουν Ελληνική καρδιά να με ακολουθήσουν (Κουτρίδης Παναγιώτης). Ο έφεδρος υπολοχαγός Ισαάκ Λαυρεντίδης είπε:

«Ένα βήμα πίσω, ο τάφος της Ελλάδος.»

Έπεφτε το ένα ύψωμα πίσω από το άλλο. Συγκονιστικές οι στιγμές. Δυο λόγια από την ημερήσια διαταγή του Υποστράτηγου Βασιλείου Βραχνού.

Γενναίοι μου αξιωματικοί,

Υπαξιωματικοί και Στρατιώται.

“Πλημμυρισμένος από συγκίνηση, αλλά με θαυμασμό και με υπηφάνειαν μεγάλην, απευθύνομαι σε σας, τους Ήρωας της Τρεμπεσίνας, του Κιάφε Λούσιτ, του υψώματος 731, σας στέλνω θερμόν χαιρετισμόν εξ ονόματος της Πατρίδος, και εύχομαι από καρδίας όπως η ΝΙΚΗ στεφανώνει πάντοτε το ένδοξο ΜΕΤΩΠΟ ΣΑΣ”. Η εφημερίδα ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΑΙΜΑ έγραφε. «Ελληνικέ Λαέ αδάμαστε, σκληροτράχηλε, επαναστάτη.»

Εις τους πρωταγωνιστάς του έπους του 1940, δεν θα ήτο υπερβολή να περιλάβωμεν τους γονείς, οι οποίοι εγαλούχησαν τους ήρωας και μαχητάς, και αντιμετώπισαν μετά καρτερίας και Εθνικής Υπερηφανείας, την θυσίαν των προσφιλών των τέκνων, εις τον βωμόν του καθήκοντος. Ένας βωμός της λευτεριάς, και της τιμής της πατρίδος, και πάνω σ΄αυτόν οι πάντες, και τα πάντα θυσία. Η περίπτωσις του πατρός Νικολάου Χαραλάμπους μας συγκινεί.

Εν Μαρτίνω τη 25 Νοεμβρίου 1940

Παιδί μου:

Μου ζητάς την διεύθυνση του αδελφού σου.

Σου την γράφω: “Πάνθεον Ηρώων”

Σφίξε την καρδιά σου

Σε φιλώ

Ο πατέρας σου.

 

«Από το Μέτωπο». Ο Στρατιωτικός Ιερέας μπροστά να ενθαρρύνη τους φαντάρους, να τους ευλογή, να τους εμψυχώνη, να τους γλυκαίνη τον πόνον και να τους μεταδίδη την Θείαν Κοινωνίαν για να παίρνουν δύναμη στο σκληρό τους αγώνα. Γράφει ο φαντάρος: «Χριστούγεννα 1940. Εικόνισμα ή Εικόνα της Υπερμάχου Στρατηγού, καντήλι ένα άδειο κουτί κονσέρβας, με λίγο λάδι, και φυτίλι από βαμβάκι ατομικού επιδέσμου. Εκκλησία, ο σκοτεινός οχυρώνας μας. Στις 3 μετά τα μεσάνυχτα, στο απαλό φως του καταυλισμού μας με τις χλαίνες στην πλάτη, αφήναμε τις ψυχές μας, να ψάλλουν τη Γέννηση του Χριστού.» Πάντοτε διαχρονικά τα λόγια της Εκκλησίας: αεί τη θυσία έπεται η νίκη, και τω Σταυρώ ακολουθεί η Ανάστασις.

Να, και οι Ερυθροσταυρίτισσες αδελφές Νοσοκόμες, να περιποιούνται και να επιδένουν τους τραυματίες, μεταφέροντας τους στα ορεινά χειρουργεία. Θραύσματα οβίδων και όλμων άφηναν βαριά τραυματισμένους, κομμένα πόδια, χέρια, εξορυγμένα μάτια διάσπαρτα παντού.

Πολλά τα δραματικά γεγονότα. Ιταλός φαντάρος δέχεται πλήγματα από ξιφολόγχες και πέφτει αιμόφυρτος μπρούμητα.

Ένας δεκανέας τον αναποδογυρίζει, ανοίγει το σακίδιό του βγάζει μια κουραμάνα ποτισμένη με το αίμα, και την τρώει, με βουλιμία φανταστική. Η δυσοσμία η οποία διαχέετο και ο μακάβριος τάπητας των ανθρωπίνων μελών, που εξηπλούτο γύρωθεν, αποτελούσαν ένα θέμα φρικτόν.

Μέσα στη φρίκη του πολέμου, υπήρχαν και στιγμές ελαφρώς ευχάριστες, που αποσκοπούσαν στην εξύψωσιν του φρονήματος των οπλιτών.

«Έγραφε ο Διοικητής του Τάγματος.»

Οι σφαίρες πηγαίνουν σε αυτούς που φοβούνται. Έτσι δεν είναι γιατρέ? κι αν γρατζουνίση καμμιά, κατά πως είναι καυτή, δεν προκαλεί μόλυνση. Κι αν χάσουμε και λίγο αίμα, σε λίγες ώρες το αναπληρώνουμε. Ή δεν είναι έτσι γιατρέ όπως το λέγω? Ο γιατρός παλληκάρι και αυτός, συγκατεύεναι με χαμόγελο.

Μέσα στα βουνά της Αλβανίας περπατούσε η τραγουδίστρια της Νίκης Σοφία Βέμπω, με τα τραγούδια της, (παιδιά της Ελλάδος παιδιά, που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά… και εμψύχωνε τους φαντάρους).

«Πάλι από το μέτωπο».

Ήταν μια νύχτα του Νοέμβρη 1940, αφέγγαρη αλλά φωτερή. Όλη τη νύχτα χιόνιζε, πέρα από τα σύνορα. Όλα τριγύρω κλεισμένα από το χιόνι. Πουλιά δεν πετάνε. Οι μάχες μαίνονται, η μια πίσω από την άλλη, με τους φαντάρους μας να κτυπάνε τους Ιταλούς ίσια να τους ρίξουν στη θάλασσα. θέλουν  φαϊ τα στόματα, θέλουν ταϊσμα οι μπούκες των πολυβόλων και των τουφεκιών. Και ταϊσμα αδιάκοπο και αχόρταγο.

Φτάνουν τα μεταγωγικά. τα μουλάρια φορτωμένα με πυρομαχικά, κουβέρτες, χλαίνες, τρόφιμα. Αλλά πως να φθάσουν στην πρώτη γραμμή? Κλεισμένα τα βουνά από τα χιόνια. Πως να πάνε πιο πέρα? Έως εδώ ήταν. Και να, φτάνουν οι Ηπειρώτισσες γυναίκες με τα μαύρα τσεμπέρια, με τα φαρδιά μαύρα φουστάνια, τα βαριά κουντογούνια, με τις μαύρες εκείνες χοντρές πλεχτές κάλτσες., και με εκείνα τα γουρουνοτσάρουχα , χωμένες μέσα στο χιόνι. Εδώ είμαστε είπαν, με μια φωνή. Εδώ είμαστε!! Όλες! Όσες βαστάμε στα πόδια. Και άρχισε ο αγώνας. Το μαρτύριο-την θέσιν των μουλαριών παίρνουν οι ίδιες.

Ζαλώθηκαν τα βαριά φορτώματα, πάκους, σάκκους, κασόνες, κιβώτια, τρόφιμα. Ασήκωτα. και πήραν τον μακρύ δρόμον. Η μια πίσω από την άλλη, καμμιά εικοσαριά μέσα στο χιόνι, να τις φτάνει πάνω από το γόνα, για να φτάσουν στους φαντάρους που πολεμάνε και πονάνε, τα πολυβόλα που περιμένουν τα βόλια.

Πραγματική θυσία. Θυσία για την πατρίδα. (Η κυρά της Ύδρας, 1960, σελ.165)

Τον Έλληνα, η τραγική ιστορία του, τον έχει διδάξει να θεωρή κλήρον του Έθνους του, την θυσίαν. Η θυσία υψώνει τον συντετριμμένον επάνω από τον νικητήν. Μέσα από αυτές τις θυσίες γράφονται οι μεγάλες σελίδες της ιστορίας. Ολοκληρώνεται η πορεία του πνεύματος επάνω στην αιματοβαμμένην γην. Όταν οι βλαστοί αυτής της μαρτυρικής γης ανέβαιναν εις τας κορυφάς της Πίνδου, δια να αντιμετωπίσουν την φονικήν επιβουλήν, είχαν την ηρωϊκήν απόφασιν της θυσίας υπέρ βωμών και εστιών, και με αυτήν την απόφασιν, και φλόγαν εις την καρδιά, απαντούσαν στον εαυτό τους. Τα βουνά θα τα πατήσωμεν. Τα λαγκάδια θα τα περάσωμεν. Τα τανκς θα τα σταματήσωμεν. Τους όλμους θα τους αρπάξουμε. Τίποτα δεν μας σταματά. Αυτός είναι ο Ιερός σκοπός μας.

Κι ενώ τις μαύρες εκείνες νύχτες σωπαίνουν τα πάντα, εκεί πάνω στο χιονισμένο μέτωπο, και είναι πυκνό το σκοτάδι ολόγυρα των, πίσω από τα δέντρα πίσω από τους βράχους, και τις χαράδρες, ο κάθε στρατιώτης αισθάνεται μιαν λαμπράν παρουσίαν, της Υπερμάχου Στρατηγού, της Μεγαλόχαρης Θεοτόκου την οποίαν οι εισβολείς καθύβρισαν με τον τορπιλισμόν της“ΕΛΛΗΣ” την 15ην Αυγούστου 1940. Την παρουσίαν της Εθνικής μας ιστορίας. Και γίνεται η καρδιά ένα ολόκληρον σύμπαν. Το ελληνικό σύμπαν. 

Οι ξένοι ανταποκριταί μετέδιδαν, οτι είχαν μείνει έκπληκτοι από το συγκινητικότατον θέαμα να βλέπη κανείς φάλαγγες από γυναίκες φορτωμένες με πυρομαχικά να αναρρηχώνται τας κρημνώδεις χαράδρας της Πίνδου, και να κατέρχωνται με την ικανοποίησιν ζωγραφισμένην στο πρόσωπο των, γιατί επετέλεσαν το καθήκον προς την μάννα Ελλάδα.

«Εκεί επάνω στις ψηλές Ελληνικές βουνοκορφές, που στην μακραίωνη ιστορία μας, δεν πάτησε ποτέ κατακτητής. Εκεί επάνω που τα πουλιά, ο αέρας, ο ουρανός, οι δύσβατοι βράχοι, λένε με θαυμαστή αρμονία το τραγούδι της Λευτεριάς. Από τις ψηλές βουνοκορφές, ύψωμα 731, ξεκινούν οι πόλεμοι, αφού στις κορυφές φυσάει καθάριος ο άερας, από τις κορυφές κατεβαίνει στα χωριά ή Λευτεριά.»»

«Εκεί ξαναζωντάνεψαν οι κλέφτες και οι αρματολοί. Η φουστανέλλα και το τσαρούχι.»

«Ο τύπος του ΜΕΤΩΠΟΥ».

Κατά την διάρκειαν του Πολέμου, κυκλοφόρησαν μικρές εφημεριδούλες χειρόγραφες, για να τονώσουν το φρόνημα του φαντάρου.

ñ  Εφημερίδα βράκα. Τεσσάρων μικρών σελίδων του 43ου Συντάγματος, που αποτελείτο κυρίως από Κρήτες.

ñ  Εφημερίδα Κλεισσούρα: Έκδοσις του Γραφείου Διαβιβάσεων της 5οι μονάδος Στρατού, Νοέμβριος 20, 1940, Σιάτιστα

ñ  Χειρόγραφο Εφημεριδάκι, εξέδιδαν οι τραυματίες φαντάροι, από την Στρατιωτική Πτέρυγα του Νοσοκομείουν Σωτηρία Αθήνας.

«Επιστολικόν Δελτάριον»



 

Ένα είδος καρτ-ποσταλ. Στην μια πλευρά ανεγράφοντο τα στοιχεία του αποστολέα και του παραλήπτου, και από την άλλη η Εικόνα της Παναγίας ως Θεϊκή βοήθεια, για τη νίκη, η Ελληνική Σημαία, πάντοτε δοξασμένη, που σήμερα δυστυχώς την ευτελίζουν, ή κάποιο σκίτσο που δήλωνε την υπεροχή του Ελληνικού Στρατού, το τσαρούχι, τον Τσιολιά, τον Μεταξά ή τον Βασιλέα Γεώργιον τον Β΄(Αρχείον Πολεμικού Μουσείου Αθηνών).

Τον Δεκέμβριον του 1940, οι Ιαπωνικές εφημερίδες έγραφαν: «Η χώρα μας εις την οποίαν τιμάται η ανδρεία , παρακολουθεί με θαυμασμόν τον Αγώνα των Ελλήνων εις την Αλβανίαν, ο οποίος μας συγκινεί τόσον, ώστε παραμερίζοντας προς στιγμήν παν άλλον αίσθημα, αναφωνούμεν “ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ”.»

Τηλεγράφημα του Winston Churchill προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, όταν εξεδηλώθη η Ιταλική επίθεσις: «Του λοιπού δεν θα λέγεται ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

Ο πόλεμος στα βουνά της Αλβανίας και της Πίνδου, στηρίχθηκε από τα μετόπισθεν στην αποκλειστικήν κινητοποίησιν του Ελληνικού λαού. Η μάχη στα μετόπισθεν ήτο αναγκαία, για να βοηθήσουν τους μαχητάς στο Μέτωπον με κάθε δυνατόν τρόπον.

Η Κυβέρνησις επενόησε την δημιουργία ενός ειδικού λαχείου για την χρηματοδότησιν του Αγώνα. Στις 18 Οκτωβρίου 1940 κυκλοφόρησε το

«Μέγα Πολεμικόν Λαχείον».

Η παράκλησις των στρατευμένων παιδιών. Εσείς που μείνατε πίσω,να προστατεύετε την οικογένειά μου, αγοράζοντας Πολεμικόν Λαχείον.

«Η φανέλλα του Στρατιώτου».

Ήτο το πλέξιμον μάλλινων ρούχων για τους φαντάρους που πολεμούσαν μέσα στα χιόνια. Το έτος 1939 είχε ιδρυθεί μια οργάνωσις, από κυρίες των Αθηνών με την επωνυμίαν, η φανέλλα του Στρατιώτου , που αργότερα η Πριγκίπισσα Φρειδερίκη ανέλαβε την ηγεσίαν της. Σκοπός ήταν τα μάλλινα ρούχα για τους φαντάρους.

Το Ιταλικόν σχέδιον εστηρίζετο εις τον αστραπιαίον πόλεμον. Δεν υπολόγιζε όμως την δύναμιν της ψυχής των Ελλήνων οι οποίοι πίστευον εις τον Θεόν, και εις το τρίπτυχον: «Θρησκεία – Πατρίδα – Οικογένεια».

Οι Τσιολιάδες μας με την πολεμικήν ιαχήν ΑΕΡΑ-ΑΕΡΑ κατετρόπωσαν τις Ιταλικές Μεραρχίες και τους αλπινιστάς. Περίλυπος γενόμενος ο Μουσολίνι, μετά την σοβαρήν ήτταν που υπέστη, έφθασεν επιγόντως εις την Αλβανίαν, και εξαπέλυσεν την μεγάλην εαρινήν επίθεσιν από 9ης έως 24ης Μαρτίου 1940, επιδιώκων σπουδαίαν νίκην. Η αποτυχία της επιθέσεως υπήρξε συντριπτική. Κι όταν η νίκη εστεφάνωνε τα Ελληνικά όπλα στα βουνά της Ηπείρου, βλέποντες οι Ναζί την οικτράν αποτυχίαν του Μπενίτο, εξαπέλυσαν επίθεσιν κατά της Ελλάδος, την πρωίαν της 6ης Απριλίου 1941, στα όχυρα του Μπέλες και του Ρούπελ, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τους ήρωες της Αλβανίας. Οι μάχες σκληρές. Τα Γερμανικά αεροπλάνα να ρίπτουν εκατοντάδες αλεξιπτωτιστάς.

Εκεί ψηλά στο οχυρό του Ρούπελ, σκληρό καρύδι για τους Γερμανούς, πολέμησε σαν λέοντας ο «Υπολοχαγός Σάββας Κούνας γόνος της ιστορικής Τριπολιτσάς.» Σε μια στιγμή σκοτώθηκε ο πολυβολητής δίπλα στον Σάββα. Αμέσως ο Σάββας παίρνει το πολυβόλον και θερίζει τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστάς. Ένα όμως εχθρικό βόλι στην κοιλιακήν του χώραν, του επέφερε παράλυσιν των κάτω άκρων και εσωτερικήν αιμορραγίαν. Τον πήγαν τυλιγμένον με την κουβέρταν στον γιατρό, όπου και εξέπνευσε. Ο γιατρός έστειλε γράμμα στον πατέρα του Σάββα και τον αποκάλεσε,

«Ήρωα και Τιμώμενο Νεκρό»

 

Η Γερμανική κατοχή.

Τέσσερα χρόνια πικρής σκλαβιάς. Εξαθλίωσης. Χρόνια ματωμένα. Βομβαρδισμοί. Μπλόκα. Αγχόνες. Τόποι εκτελέσεως. Ψείρα. Πείνα. Εκατοντάδες ανθρώπινα πτώματα να φορτώνονται σε δίτροχα καρότσια, σε κάρα με τα άλογα, σε κανά παλιό καμιόνι, και να θάπτωνται σε ομαδικούς τάφους στην Αθήνα. Υπολογίζεται ότι στην Αθήνα, έφθασαν να πεθαίνουν 700 άτομα την ημέρα από την πείνα.

Τα μπλόκα

Ήτο ένα από τα κλασικά μέτρα τρομοκρατίας, που ελάμβανον οι Ναζί, κυρίως εις την πρωτεύουσαν, εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Περιλυκλούντο ολόκληρα τετράγωνα από τα Σ.Σ. και εσυλαμβάνοντο χιλιάδες αθώων ανθρώπων. Πολλοί εκτελούντο ενώπιον του συγκεντρωθέντος πλήθους, χωρίς καμμίαν απολύτως διαδικασίαν. Έμειναν εις την ιστορίαν με την ονομασίαν τα Μπλόκα της Κοκκινιάς και της Καλογρέζας.

«Σαν πουλιά τα τουφεκάν».

Άλλοι απεστέλλωντο εις το Στρατόπεδον Χαϊδαρίου και άλλοι εις την Γερμανίαν δια αναγκαστικήν εργασίαν.

«Κωνσταντίνος Κουκίδης»

«Ένας ξεχασμένος Νεοεθνομάρτυρας.»

Εύζων φρουρός της Ελληνικής Σημαίας εις την Ακρόπολιν Αθηνών. Την 27ην Απριλίου 1941, συνεταράχθη όταν οι Ναζί έφθασαν στην Αθήνα την 8ην πρωινήν. Στις 845 υπέστειλαν την Ελληνικήν Σημαίαν, και ύψωσαν την σβάστικα. Το γενναίο εκείνο παλληκάρι για να μην πέση στα μιαρά χέρια των κατακτητών, το Ιερόν μας Σύμβολον, ετυλίχθη με την γαλανόλευκον και απεφάσισε να αυτοθυσιασθή πίπτων από ύψος 50 μέτρων, βάφοντας το εθνικό μας σύμβολον με το τίμιον αίμα του. Ο Γερμανός φρούραρχος συγκλονισθείς από την ηρωϊκήν αυτήν πράξιν, έδωσε διαταγήν να υφώνεται στον βράχον της Ακροπόλεως και η Ελληνική Σημαία δίπλα εις την Γερμανικήν.

Κατ΄ έτος, η Ένωσις Ποντίων Αξιωματικών, ως και ο Σύλλογος, Εφέδρων Ευζώνων, αποτίουν φόρον τιμής στην μνήμη του Κωνσταντίνου Κουκίδη, με την τέλεσιν Ιερού Μνημοσύνου εις τον Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Ραγκαβή, κάτω από την Ακρόπολιν, με ομιλίαν, και κατάθεσιν στεφάνων στην προτομήν του.

«Αναστάσιος Πόταγας. Βυτίνα Αρκαδίας»

Αιώνιον Σύμβολον Αντίστασις.

Το αμούστακο εκείνο παλληκάρι 17 μόλις χρόνων, όταν επληροφορείθη ότι έρχεται Γερμανική φάλαγγα, τρέχοντας φθάνει στη μέση του δρόμου, σηκώνει τα χέρια του ψηλά, προτάσσει το στήθος του ασπίδα, και με φωνή βροντερή.

«ΟΧΙ δεν θα περάστε.»

Αποτέλεσμα. Η εν ψυχρώ εκτέλεσις του από τα στυγνά χέρια των απόγονων των Ούνων.

«Τόποι Θυσίας»

Ως σύμβολον της Ναζιστικής Θηριωδίας θα είναι:

«ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ»

Είναι η αποφράς εκείνη μέρα της 13ης Δεκεμβρίου, 1943. Οι Ναζί εξετέλεσαν 700 πατριώτες από 17 χρονών και επάνω, στη ράχη του ΚΑΠΠΗ. Τα γυναικόπαιδα τα έκλεισαν στο Σχολείο και τους έκαψαν ζωντανούς.

«Σωροί τα πτώματα ολούθε, λες και έφτασε η συντέλεια του κόσμου… θυμάται χαρακτηριστικά ένας επιζών κάτοικος.» Εκεί ψηλά στη ράχη καίνε αμέτρητα καντηλάκια, και με βαμμένες άσπρες πέτρες διαβάζει ο περαστικός:

«ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΠΟΛΕΜΟΣ»

ñ  08.12.1943 Εκτελούνται 10 Μοναχοί στην Ιεράν Μονήν Μεγάλου Σπηλαίου.

ñ  14.12.1943 Εκτελούνται 5 Μοναχοί στην Ιεράν Μονήν Αγίας Λαύρας.

ñ  26. 11.1943 118 Πατριώτες εκτελούνται εις το Μονοδέντρι Σπάρτης

ñ  Γενάρης 1944 Στην Ιστορική Τριπολιτσά, 350 εκτελούνται στον Αϊ Νικόλα. 11 Απηγχονίσθησαν από τα μπαλκόνια της οδού Ταξιαρχών. 40 Εκτελούνται στον Άγιο Θανάση.

ñ  24.2.1944 Στη θέση ΒΙΓΛΕΣ Μεγαλοπόλεως, 218 Εκτελούνται.

 

Ίσια στητά λεβεντόκορμα,

στήνονται παλληκάρια,

και αντάμωσαν το θάνατο…

#

Αγίασε και τούτος δω ο τόπος,

τ΄αχνάρια των περαστικών

θα τρέμουν θα λυγάνε

αχνίζει αίμα, αίμα πατριωτών…

ñ  10.06.1944 Καταστρέφεται ολοσχερώς το Δίστομον.

Εκατοντάδες οι τόποι θυσίας. Βαμμένα κόκκινα τα δοξασμένα χρώματα της Μάννας Ελλάδος, από τους ρύακες αιμάτων, εκτελεσθέντων πατριωτών. Μακρύς ο κατάλογος Κληρικών τε και λαϊκών.

Όπου κι αν διαβή κανείς, θα αντικρύση Μνημεία των πεσόντων, αγάλματα μαρμάρινα και ορειχάλκινα, προτομές, επιτύμβιες στήλες, με γραμμένα τα ονόματα ηρώων Αγωνιστών, που στέκουν αγέρωχα μέσα στον πανδαμάτορα χρόνον, για να θυμίζουν την θυσίαν των αδούλωτων Ελλήνων. Να τους τιμάμε με ένα καντήλι αναμμένο, ψάλλοντας ένα Ιερόν Τρισάγιον, λίγα λόγια στη μνήμη τους, και ένα δάφνινο στεφάνι.

«Οι τύμβοι των οστέων των ευκλέως αγωνισαμένων, και ηρωϊκώς πεσόντων αδελφών ημών, κατά το ΕΠΟΣ 1940-1941, τα όρια της Πατρίδος ημών φυλάττουσι, τα δε τίμια αυτών αίματα, της Ελευθερίας ημών το δένδρον αρδεύουσιν.»

«1.264 μέρες Γερμανικής κατοχής είχαν πια τελειώσει». Ήτο η 12η Οκτωβρίου 1944, όταν η Αθήνα απελευθερώνεται από τους Ναζί. Στις 11 Οκτωβρίου αργά την νύκτα, ο Γερμανός στρατιωτικός Διοικητής Στρατάρχης Φέλμι, σε επιστολήν του στον κατοχικόν Δήμαρχον των Αθηνών, έγραφε τα εξής: «έχω την τιμήν να σας ανακοινώσω, ό,τι ο Γερμανικός Στρατός , εκήρυξε τας Αθήνας ανοικτήν πόλιν».

Σε λίγο η πόλις γέμισε από γαλανόλευκες. Ο ταλαιπωρημένος και καθημαγμένος λαός της, ξεχύθηκε στους δρόμους, τραγουδώντας και προσευχόμενος, γιατί ανέτειλε η πολυπόθητος ημέρα της Λευτεριάς.

 

«Η Μαρτυρική Κρήτη»

Την 20ην Μαϊου 1941, ξεκίνησε η Γερμανική επίθεσις εις την Μεγαλόννησον. Οι μάχες σφοδρές. Η Γερμανία έχασε 4.000 άνδρες και πάνω από 2.5000 τραυματίες. Ένας στους 4 αλεξιπτωτιστάς έπεσε νεκρός.

Στις 23 Ιουνίου του ιδίου έτους, η κωμόπολις Κάνδανος καταστρέφεται ολοσχερώς. Το καλοκαίρι του 1941, οι Γερμανοί βομβαρδίζουν ανηλεώς τα Χανιά και το Ηράκλειον. Ο Χανιώτης ιατρός Ιωάννης Τραϊζης αναφέρει: «Η πόλις των Χανίων, μετεβλήθη εις σωρόν ερειπίων».

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, λεηλατούν και καταστρέφουν την περιοχήν της Βιάννου. 361 κάτοικοι εκτελούνται.

03.06.1944. 9 Πρόκριτοι Ηρακλείου εκτελούνται. Η Γερμανική κατοχή στην Κρήτη έως της 12ης Ιουνίου 1945, οπότε άρχισε η αποχώρησις από το λιμάνι της Ζούδας.

Από το έτος 1945 και μετά, η 9η Μαϊου, καθιερώθη ως η μέρα της νίκης των λαών κατά του φασισμού. Συνθηκολόγησε άνευ όρων η Ναζιστική Γερμανία, και τελείωσε οριστικά για την Ευρώπη ο Βος Παγκόσμιος πόλεμος. Παρόντες ήσαν εκ μέρος της ΕΣΣΑ ο Στρατάρχης Γ.Κ. Ζούκοφ, της Αγγλίας ο Στρατάρχης Αεροπορίας Α. Τέρνερ, των Η.Π.Α ο στρατηγός Σπάατες και της Γαλλίας ο Στρατηγός Ντε Λατρ ντε Τασινί.

Αρκετά τα τηλεγραφήματα των ξένων ηγετών, για την ανδρείαν και την τόλμην των Ελλήνων μαχητών, κατά του Ναζισμού.

Ο Πρόεδρος των Η.Π.Α. Ρούσβελτ, είχε απευθύνη χαιρετισμόν προς τον Ελληνικόν λαόν: «Με συγκίνησε βαθιά η είδησις, ό,τι ήρχισε η απελευθέρωσις της Ελλάδος. Η Ελλάς δεν υπεδουλώθη πραγματικά. Το ακατάβλητον Ελληνικόν Έθνος, ύψωσε το ανάστημά του εις την πρόκλησιν του μηχανοκίνητου τέρατος του Ναζισμού. Η ασύλληπτη αντίσταστις των Ελλήνων, αποτελεί ένα κοσμοϊστορικόν ορόσημον, που δεν θα πρέπη ποτέ να ξεχνούν οι ηγέτες και οι λαοί του πλανήτη μας».

Ντε Γκωλλ: «Είναι αδύνατον να δώσω το πρέπον εύρος της ευγνωμοσύνης που αισθάνομαι, για την ηρωϊκήν αντίστασιν του λαού και των ηγετών της Ελλάδος».

Ραδιοφωνικός Σταθμός της Μόσχας: «Επολεμήσατε άσπλοι, εναντίον πανόπλων και ενικήσατε. Μικροί εναντίον μεγάλων και επεκρατήσατε, Δεν ήτο δυνατόν να γίνη αλλιώς, διότι είσθε Έλληνες. Εκερδίσαμεν χρόνον δια να αμυνθώμεν. Ως Ρώσοι και ως άνθρωποι σας ευγνωμονούμεν.»

«Το να θυμόμαστε είναι χρέος μας»

Γιατί υπάρχει κίνδυνος, να ακυρωθούν από την ιστορίαν, εκεινα τα γεγονότα του «ΕΠΟΥΣ του 1940,41», που λίγοι μπορούν να διηγηθούν μέσα εις τον πανδαμάτορα χρόνον.

Όλες οι φρικαλεότητες του φασισμού και του Ναζισμού, πρέπει να ανασύρωνται, στην μνήμην του καθενός μας, να τις επεξεργαζόμεθα, να τις μελετούμε, για να μην επαναληφθούν στην παρούσα, και την μελλοντικήν ιστορίαν της ανθρωπότητος.

Τιμώντας τους συντελεστές και τους αγωνιστές του Εθνικού εκείνου θαύματος του: «ΕΠΟΥΣ 1940-41», δεν μας διαλανθάνει ότι ως θαύμα το γεγονός εκείνο,ήτο αποτέλεσμα πίστεως εις τον Θεόν, και την Υπέρμαχον Στρατηγόν, του τολμηθέντος εκείνου αγώνος. (Δίπτυχα του Νέου Ελληνισμού σελ.85)

Όσον υπάρχουν άνθρωποι, και άνθρωποι με ήθος, με ιδανικά, με ρίζες Χριστιανικές Ορθόδοξες, και όσον η Ιστορία, θα συγκροτήται σπυρί-σπυρί, σαν να προκύπτη από τις επίπονες προσπάθειες ενός μυρμηγκιού, και θα επαναλαμβάνεται, ετούτος δω ο δοξασμένος τόπος, θα ζη και θα μεγαλουργή, όσον και αν προσπαθούν νεογενίτσαροι ψευτοκουλτουριάριδες νεωτερισταί ιστορικοί, να τον μολύνουν, με τις ανοίκειες ποταπές, και έωλες συμπεριφορές τους.

«Η Πατρίς είναι το σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρά ανθρώποις, τοις νουν έχουσιν.»

Ο Ισοκράτης αν και πέθανε στα 99 του χρόνια άφησε στην Μάννα Ελλάδα: Έλληνες εισίν οι της Ελληνικής Παιδείας μετέχοντες.

Οι αγωνίες σας και οι αγώνες σας, για τον χαρακτήρα του Έλληνος που είναι:

«ΤΟ ΟΜΑΙΜΟΝ – ΤΟ ΟΜΟΓΛΩΣΣΟΝ – ΤΟ ΟΜΟΘΡΗΣΚΟΝ – ΤΟ ΟΜΟΤΡΟΠΟΝ. (HOLY TRINITY GREEK ORTHODOX CHURCH CHICAGO, ILL)»

Η μνήμη είναι το ιερόν καθήκον όλων των ανθρώπων. «Ελί Βιζέ, συγγραφέας. Βραβείον Νόμπελ 1986. Η λησμονιά είναι ο θάνατος της μνήμης. Και δίχως μνήμη δεν βαστά ο αγώνας».

Η Ελλάδα θα εξακολουθή να τραγουδάη πάντα το ανείπωτο, το απίστευτο, το λεβέντικο τραγούδι, της Ελληνικής Ιδέας, στα βουνά της τα δοξασμένα, στους κάμπους, στις θάλασσες και στους αιθέρες. Ο ίδιος παλμός θα εξακολουθή να θερμαίνη, τις καρδιές των Ελλήνων, «όσον και αν τις παγώνουν, εταιρείες Ευρωπαίων δολοφόνων, και των συνωμοτών των.»

Είναι επιτακτικόν αλλά αναγκαίον το ιερόν καθήκον, για απότισιν φόρου τιμής και μνήμης, στους ήρωες του ΄40 και στους ευκλεώς αγωνισαμένους και ηρωικώς πεσόντας μαχητάς εις τα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας.

Να τελούνται εις το διηνεκές, αι καθιερωμέναι Δοξολογίαι, να εκφωνούνται οι πανηγυρικοί της ημέρας, να αναπέμπωντας επιμνημόσυναι δεήσεις εις τα μνημεία των ενδόξων νεκρών, και να κατατίθενται δάφνινοι στέφανοι. Ενός λεπτού σιγή, και ανάκρουσις του Εθνικού μας Ύμνου.

Να οργανώνονται ανάλογες εκδηλώσεις, και οι καθιερωμένες παρελάσεις, για να δίδουν τον οίστρον στο βαθύ νόημα της Επετείου.

Ο Υπερήφανος Ακρίτας

Της Πατρίδος μου η σημαία έχει

χρώμα γαλανό, και στη μέση χαραγμένον

έναν κάτασπρον Σταυρόν.

Ρίγη συγκινήσεως στον εορτασμόν της 28ης Οκτωβρίου, προκάλεσε ο 8χρόνος Χρήστος Καμπόσος, μοναδικός μαθητής στο νησί Αρκιούς, που παρήλασε κρατώντας τη Σημαία, με την τοπική ενδυμασίαν, μπροστά στους λιγοστούς, αλλά μεγάλους στην ψυχή κατοίκους του νησιού.

Μεγάλη η δύναμις της ψυχής του, μα και τεράστιος ο αγώνας….

Το μελάνι δεν θα τελειώση ποτέ να γράφει:

ΑΘΆΝΑΤΗ  ΕΛΛΆΔΑ’

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΟΥΓΙΩΤΗΣ



Exit mobile version