Γράφει ο Φίλιππος Παπαδημητρίου
Με τα δικά μου μάτια είδα την Σίβυλλα, που ζήτησε την αιώνια ζωή αλλά τελικά καταδικάστηκε σε αιώνια γεράματα όταν αρνήθηκε τον έρωτα του Απόλλωνα, κλειδωμένη μέσα σ ‘ένα χρυσό κλουβί, να κρέμεται κάτω από την αερογέφυρα της λεωφόρου Καβάλας και ν ’αγναντεύει την θέα. Από κάτω δύο φουσκωμένα ποτάμια, το ένα του Κηφισού, από τις πολλές βροχές, και το άλλο της απέραντης θλίψης των ανθρώπων, εγκλωβισμένοι στ’ αμάξια τους, σε μία κυκλοφοριακή συμφόρηση που δεν γνωρίζει μήτε αρχή μήτε τέλος. Τότε τα νεαρά αγόρια ρώτησαν την Σίβυλλα τι επιθυμούσε, κι εκείνη αποκρίθηκε «Τίποτε πλέον, παρά μόνο το Ωραίο».
Πόσοι άνθρωποι δεν ζουν σαν την Σίβυλλα σήμερα, σε μία Αθήνα-κολαστήριο και μία ύπαιθρο-κενό;
Οι αναρίθμητες ψυχές που μετακόμισαν στην Αθήνα από αλλού τον τελευταίο αιώνα,το έκαναν με την προσδοκία ότι η ζωή τους θα καλυτέρευε, σε σχέση με το τόπο καταγωγής τους. Και πράγματι για ένα διάστημα η προσδοκία αυτή ικανοποιήθηκε, μέχρι όμως η Αθήνα να γίνει τόσο μεγάλη, τόσο περίπλοκη, τόσο ανεπαρκής ώστε να μετατραπεί σε μία δυστοπία. Τώρα πλέον η Αθήνα δεν είναι καν η Αθήνα που γνωρίζαμε παλιότερα, αλλά η Αθήνα του Σιδηρού Αιώνα. Η ζωή εκεί αυτές τις μέρες φαίνεται να είναι ένα απόλυτο μαρτύριο: μόνιμη κυκλοφοριακή συμφόρηση, μέσα μαζικής μεταφοράς υπό κατάρρευση, έξαρση της εγκληματικότητας, στεγαστική κρίση, χαμηλοί μισθοί,τόσος λίγος χρόνος που οι φίλοι ξεχνιούνται μεταξύ τους και τόσος λίγο έρωτας που να αποκαλύπτει την δειλία και μαλθακότητα των ανθρώπων.Στρες, ghosting, γυμναστήριο,repeat.
Οι πρακτικές αιτίες που συνηγορούν στην αίσθηση παρακμής δεν είναι μόνο παρά απότοκοι των πραγματικών,ηθικών, φιλοσοφικών.Οι άνθρωποι αποκομμένοι όπως είναι από την πραγματική κοινότητα, την αίσθηση του ανήκειν, την αυθεντικότητα, αλλά και τηνδημιουργικότητα, φαίνεται να έχουν παραδοθεί σ’έναν απελπιστικό μηδενισμό. Κάποια πνεύματα προσπαθούν μάταιο να βρουν το νόημα στην πιο φθηνή ηδυπάθεια, άλλα έχουν παραδοθεί στην προσδοκία της καριέρας, στην κατάρα της ρουτίνας. Τα πιο ισχυρά κάνουν και τα δύο. Σπαταλούν τον πολύτιμο χρόνο τους, την ομορφιά της νιότης και την ρώμη του πνεύματος, στην κυκλοφοριακή συμφόρηση, επιδιώκοντας κάτι που ποτέ δεν αξίζει πραγματικά. Τι κι αν κάποτε πάρεις σπίτι στην Γλυφάδα; Και λοιπόν; Τ ’αρχοντικά μας κάνουν να ονειρευόμαστε και ν ’αγαπάμε, κι οι κορυφές των βουνών μας κάνουν να θέλουμε να τις κατακτήσουμε. Στην θάλασσα, πλάι στο golfκαι στο tennisclub,απογοητεύεσαι και βαριέσαι.
Η ύπαιθρος από την άλλη έχει αδειάσει. Τα χωριά είναι σχεδόν όλα εγκαταλελειμμένα, μερικά εντελώς, αλλά με λίγες μόνο οικογένειες ξωμάχων. Οι πόλεις κι αυτές αδειάζουν οι περισσότερες, ενώ οι λίγες που πληθαίνουν ζουν παρασιτικά εισβάρος των χωριών, και μόλις αυτά εγκαταλειφθούν οριστικά δεν προσβλέπω κι αυτέςν ’αναπτυχθούν περαιτέρω. Οπεριηγητής που μία κρύα μέρα του χειμώνα θα αποτολμήσει μία εξόρμηση στην ύπαιθρο θα απογοητευτεί. Θα περάσει από πολλούς τόπους εύφορους κι όμορφους αλλά δίχως πολλούς ανθρώπους, τα όμορφα χαμόγελα των νεαρών κοπελών και την απερίσκεπτη γενναιότητα των νεαρών ανδρών. Τα σχολεία τα περισσότερα έκλεισαν πριν χρόνια, τα σοκάκια χορτάριασαν, τα σπίτια γέρασαν και στα καφενεία κυκλοφορούν πια μόνο οι αναμνήσεις παλιών δόξων.Στην Ελλάδα αγαπάμε τόσο την ιστορία γιατί δεν δημιουργούμε πια νέα, αν και τα χωριά δεν έχουν αξία από την σκοπιά του παρελθόντος, αλλά απ’ αυτή του μέλλοντος.
Λένε πώς τα χωριά πρέπει να εγκαταλειφθούν, πώς η Πελοπόννησος, λόγου χάρη, δεν έχει καμία επιλογή παρά ν ’ακολουθήσει την πορεία προς τα κάτω επειδή δεν είναι μεγάλη πολιτεία σαν την Αθήνα. Δεν έχει πολλά θέατρα, πολλά κλαμπ, πολλές γνωστές μάρκες. Από πότε η ομορφιά στην ζωή, η ευτυχία κι η χαρά, η συντροφιά κι ο έρωτας, μπορεί να συγκριθεί με τα πιο βαρετά δημιουργήματα του πιο ανέραστου καπιταλισμού; Αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία στην ζωή είναι η μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου και τόπου, της δημιουργίας, ή η ομοιομορφία του στείρου υλισμού; Μ ’αυτή την λογική μάλλον όλοι θα έπρεπε να μετακομίσουμε στο Παρίσι, εφόσον εκεί έχει καλύτερα θέατρα, καλύτερα κλαμπ, καλύτερα μαγαζιά. Κι από εκεί, ίσως στην Νέα Υόρκη. Κι αφού εξαντλήσουμε όλα τα αγαθά της ύλης, θα το ρίξουμε στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά.
Τα βουνά βγάζουν λεβέντες κι οι κάμποι άλογα. Τώρα που τα βουνά κι οι κάμποι δεν βγάζουν τίποτε ποιος θα σώσει τις πόλεις; Μετά το τέλος, ξανά η αρχή όμως.
Το μείζον πρόβλημα της Ελλάδας, της Ευρώπης, της Ανθρωπότητας, είναι πρόβλημα φιλοσοφικό, αλλά και χωροταξικό. Οι άνθρωποι παλεύουν πλέον για το τίποτε, προσδοκώντας τίποτε παραπάνω από έναν άθλιο μισθό σ ‘ένα άθλιο επάγγελμα σε μία άθλια πόλη. Ίσως κάποτε αγοράσουν ένα σπίτι των 60-65 τετραγωνικών σε μία συνοικία γεμάτη τσιμέντο και βρωμιά, κι ίσως μετά βίας καταφέρουν να κάνουν ένα παιδί, σε μεγάλη ηλικία όταν πια θα έχουν κουραστεί από την ζωή. Πολλοί μπορούν να εξαπατούν τον εαυτό τους ότι αυτή είναι η καλύτερη ζωή που υπάρχει, αλλά δεν διαφέρουν από έναν τυφλό άνθρωπο που περιφρονά τον ήλιο επειδή δεν τον γνώρισε ποτέ. Μικρή παρηγοριά το Netflixκαι το ντελίβερι… Αυτό δεν είναι ζωή, ούτε τα κατοικίδια μας δεν θα θέλαμε να ζουν έτσι. Αφού θεωρούμε πώς μία γάτα ή ένας σκύλος είναι ευτυχισμένοι όταν έχουν ελεύθερο χώρο, πράσινο και ζουν αρμονικά με τ ’άλλα γατιά και τους σκύλους σε κοινότητες, γιατί να μην ισχύει το ίδιο για τους ανθρώπους;
Εφόσον μέρος του προβλήματος είναι χωροταξικό, τότε η λύση δεν μπορεί παρά να είναι εκείνη η περίφημη αποκέντρωση που όλοι υπόσχονται και ξεχνάνε.Η ύπαιθρος έχει διαθέσιμα σπίτια, ομορφιά, δυνατότητεςενώ η Αθήνα έχει υπερβολικά πολύ κόσμο και καθόλου σπίτια. Είναι λογικό.Πρέπει να γίνει μετάγγιση κόσμου από την Αθήνα προς την ύπαιθρο, έτσι ώστε η ύπαιθρος να δυναμώσει κι η Αθήνα να ελαττώσει, μέχρι ν ‘αποκατασταθεί η ισορροπία, ν ’αναγεννηθεί το έθνος μας, κι εμείς μαζί του. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει πρώτα απ’όλα να δημιουργηθεί επιτέλους ένα πραγματικό, σύγχρονο, σιδηροδρομικό δίκτυο που να μην έχει τίποτε να ζηλέψει από την Ελβετία ή την Ιταλία. Όπως έχω γράψει και στο παρελθόν, δεν απαιτούνται τεράστια ποσά χρημάτων για να γίνει αυτό, αλλά πολιτική και κοινωνική βούληση για να ανασυγκροτηθεί ο ΟΣΕ, να επιβληθεί η ασφάλεια, να μπουν κανόνες στις σιδηροδρομικές εταιρείες και να γίνουν τα απαραίτητα έργα συντήρησης κι αναβάθμισης.
Για φανταστείτε να μένατε σε κάποιο χωριό, στο Παρθένι, στο Επιτάλιο ή στο Χιλιομόδι, ή σε κάποια μικρή πόλη, στο Ναύπλιο ή την Ανδραβίδα. Να είχατε το ωραίο πέτρινο σπίτι σας με την μεγάλη πράσινη αυλή και να βλέπατε τ ‘αμπέλια, τις ελιές και το δάσος κάθε πρωί. Να μην φοβόσασταν μήπως τα παιδιά σας τ ’αρπάξει κανένας μπαμπούλας ή ο γείτονας σας κλέψει την θέση πάρκινγκ. Να θεωρούσατε κάθε κάτοικο του τόπουδικό σας άνθρωπο και τον τόποδικό σας μέρος. Σε τριάντα λεπτά θα ήσασταν στην Καλαμάτα, στην Πάτρα ή στην Τρίπολη. Σε μία ώρα θα ήσασταν παντού. Δεν θα ζούσατε σ ‘ένα χωριό ή σε μία μικρή πόλη αλλά σ ’ένα νέο μοντέλο οργανικής κατοίκησης που δεν έχει ξαναϋπάρξει, μία περόπολη (περιφερειακή-πόλη) των 600.000 κατοίκωνόπου τα πάντα θα ήταν προσβάσιμα εύκολα, άνετα, φθηνά, χωρίς να θυσιάσετε τον καθαρό αέρα της φύσης, την οικειότητα του μικρού τόπου. Σ ’ένα τέτοιο περιβάλλον δεν θα μπορούσαμε να ξαναφτιάξουμε το Ωραίο που χάσαμε, τον Άνθρωπο που ξεχάσαμε, μεγάλα έργα δημιουργίας και τέχνης; Αντί να σπαταλάμε την ζωή μας στον δρόμο, να την σπαταλάμε στην ίδια την ζωή.
Η αποκέντρωση δεν είναι ουτοπία αλλά ο τρόπος για να ξεφύγουμε από την παρακμή, την λύπη που μας ζώνει. Αυτή την στιγμή εκατομμύρια άνθρωποι σ ’όλη την Ευρώπη ζουν μία ζωή όπως περιγράφεται από πάνω. Και το καλύτερο; Όσοι διαφωνούνμε τοκείμενο αυτόθα μπορούν να ζουν την ιδανική τους ζωή στην μεγάλη πολιτεία, χωρίς να κρατούν εμάς τους υπόλοιπους ομήρους, σε μία ιδέα απαρχαιωμένη. Όλοι θα κερδίζαμε έτσι, η ύπαιθρος θα ξεχείλιζε από ζωή, η Ελλάδα από δημιουργικότητα, νεότητα και καινοτομία. Πρέπει λοιπόν να επανακυκλοφορήσειτο τρένο παντού, στην Πελοπόννησο και στην Ελλάδα, και να καταδικαστεί στους καλένδες της ιστορικής λήθης η επαίσχυντη αυτή προσπάθεια να μετατραπεί η γραμμή Κόρινθος-Καλαμάτα σε ποδηλατοδρόμο.
Και τότε η Σίβυλλα είπε στα παιδιά: «Φοβηθείτε, Γκρεμίστε, Δημιουργήστε, αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου».
