Σκηνή Α: Στο βάθος τού δρόμου ένα σπίτι καίγεται.Εξω απ αυτό μια ομάδα ανθρώπων φωνάζει συνθήματα περί ελευθερίας, εκδίκησης και δικαίου. Εντος μια οικογένεια εκλιπαρεί καιόμενη. Πρόκειται για αξιωματούχους δικτατορικού καθεστώτος.
Σκηνή Β: Έξω από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης,το πλήθος έχει συλλάβει μια γυναίκα δεσμοφύλακα,ένα απεχθές πρόσωπο λόγω τής φρικωδους δράσης της.Την κουρεύει,την χτυπάει,την φτύνει,τις ξεσκίζει τα ρούχα,την χαρακωνει με μαχαίρι,το αίμα τρέχει σαν ποτάμι στο γυμνό της σώμα,πονάει, ουρλιάζει, εκλιπαρεί για λίγο ζωή ακόμη
Σκηνή Γ: Από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο:”Και ιδού εις των μετά Ιησού εκτεινας την χείρα απέσπασε την μάχαιραν αυτού,και παταξας τον δούλον τού αρχιερέως αφειλεν αυτού το ωραίον.
Τότε λέγει αυτώ ο Ιησούς
αποστρεψον σου την μάχαιραν εις τον τόπον αυτής
πάντες γαρ οι λαβόντες μάχαιραν εν μάχαιρα αποθανουνται ”
(Μετάφραση:Ένας όμως από την συντροφιά τού Ιησού έσυρε το μαχαίρι του,χτύπησε τον δούλο του αρχιερέα και τού έκοψε το αυτί.
Τότε του λέει ο Ιησούς: Βάλε το μαχαίρι σου ξανά στην θήκη του γιατί όλοι όσοι τραβούν μαχαίρι από μαχαίρι θα πεθάνουν)
Ποιος έχει δίκιο;;Ποιος άδικο;;Ποιος θα πατήσει την σκανδάλη;;Ποιος θα ζωγραφίσει αυτό πού βλέπει;;Ποιος θα αφορίσει αυτόν που ζωγράφισε αυτό πού θεώρησε ότι είδε; Ποια φωτογραφία θα αποτυπώσει την πραγματικότητα για να ανταποκριθεί στις χίλιες λέξεις;; Ποιος ο κριτής και ποιος ο κρινόμενος;;Ποιος ο δίκαιος και ποιος ο άδικος ως απόρροια τής γνώσης και τού μεγέθους τής άγνοιας τού αντικειμένου και τής οπτικής γωνίας αυτού;;;;
Σκηνή Δ: Γραμματείς και Φαρισαίοι αγκαλιά,κάτω απ’ τις φτερούγες ενός λευκού περιστεριού (μετά από χρόνια) φιλοσοφούν,ασχημονουν εκατέρωθεν και υποδεικνύουν το ορθόν με ανορθόδοξο τρόπο,ο ενας εις τον άλλον,εκ τού ασφαλούς και εκ τού μακρόθεν (καλλιτεχνική – πολιτική ασυλία με κοινό παρονομαστή τη βία,τη προβολή τού αγνώστου πατρός,την αποκαθήλωση τών συμβόλων,την εργαλείοποιηση τού συμβάντος,την τελετή έναρξης μιας ατελούς διαδικασίας ανθρωποφυλακων τής εξουσίας πού προσποιούνται τους ανατροπεις,τους ελευθερωτές, τούς αναθεωρητές,τους επιθεωρητές)
“Ουαί υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές”, μεταξύ αυτών και εμού τού ελαχίστου
Μια φωνή δραπετεύει από το πεδίο τών μαχών,μια φωνή παιδιού πού με καθοδηγεί μέσα στο χάος ενός γυάλινου κόσμου,πού με επαναφέρει ακριβώς στις διαστάσεις τού εφικτού, τού ανέφικτου, τού αλλόκοτου.
Κοίτα μου λέει…έξω από την πόρτα σου… υπάρχει ένας άστεγος.. ζητάει μια γωνιά να κοιμηθεί στο σπίτι σου, ένα παιδί ζητάει λίγο γάλα για να ζήσει,ένας σκύλος αδέσποτος,ένα κόκαλο για να επιβιώσει,μια κακοποιημένη γυναίκα από έναν ”καθώς πρέπει” επιφανή κύριο… θαλπωρή και ανθρωπιά, ένας πού έκλεψε λίγο ψωμί γιατί πεινούσε μάρτυρα υπεράσπισης στο δικαστήριο πού θα γίνει,ένας μαυραγορίτης ένα μέρος να κρυφτεί από το σίγουρο λιντσάρισμα τού πλήθους.
Μια μαυροφορεμένη μάνα με πλησιάζει. Αισθάνομαι αμήχανα.. ενοχικά για την ανεπάρκεια μου..
Έχει δραπετεύσει απ’ τού ναού την εσωτερική τοιχογραφία.
Δακρύζει… χαμογελά… ακουμπά το χέρι της πάνω στον ώμο μου..δεν απαιτεί να καταλάβω..τις αρκεί να αισθανθώ…
Η ώρα περνάει,σκόρπιες εικόνες περνάνε απο μπροστά μου , σκοτωμένα παιδιά, γκρεμισμένα σπίτια, γκρεμισμένα όνειρα,σκέφτομαι το <<διαφωνώ με τα όσα λες ,θα έδινα όμως και την ζωή μου να υπερασπιστώ το δικαίωμα να τα λες>>, κοντεύει να χαράξει…
Δεν ξέρω πια ποιος είμαι, αν είμαι, τι θέλω να είμαι, αν θέλω να είμαι .
Γύρω μου όλα ανακατα…Φιλόσοφοι χωρίς σοφία, Πολιτικοί χωρίς όραμα , Καλλιτέχνες χωρίς τέχνη, Ποιητές χωρίς λέξεις,Ηθοποιοί χωρίς κείμενο επί σκηνής, Μουσικοί χωρίς νότες, Πατρίδα χωρίς γη, Ταξίδι χωρίς Ιθάκη..σ έναν αλλόκοτο κόσμο πού αλλάζει σκοτώνοντας τα λευκά περιστέρια εν ιδη άσκησης ετοιμότητας εν καιρώ πολέμου…
Η πόρτα μου είναι ακόμη κλειστή…
Το μόνο πού αισθάνομαι και ξέρω καλά,είναι αυτό πού με έμαθαν λάθος, είναι ότι απεχθάνομαι,ότι με φοβίζει,ότι τρέφει το εγώ μου,το μίσος και την οργή μου για το άδικο πού βιώνω,ότι μου τρώει ύπουλα τη ζωή και με σκοτώνει αργά αλλά σταθερά…
Μία διαρκής πρόκληση, μία διαρκής πρόσκληση σ ένα δομημένο χάος απ’ αυτούς πού δήθεν με υπερασπίζονται καταστρέφοντας ότι μου απέμεινε… μνήμες, αξίες,δικαίωμα στη ζωή
Ημιθανής και εξαρτημένος ,πίσω από μια γυάλινη οθόνη,μαθαίνω την αλφαβήτα της κυριαρχίας τών μετρίων,μιας σκοτεινής περιόδου χωρίς οξυγόνο ,χωρίς δίκαιο, χωρίς μέτρο,χωρίς δικαίωμα στη ζωή…
Κι εκείνη μαυροφορεμένη πάντα έρχεται ξανά και ξανά,ως δραπέτης μιας παραποιημένης εικόνας , απλώνει τα χέρια της ,με αγκαλιάζει, δακρύζει..
Άνοιξε σε παρακαλώ μου λέει …άνοιξε τη πόρτα σου …
Δεν ακούς;;;
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού σου …Ένα παιδί περιμένει,ένας άστεγος ,μια θλιμμένη γυναίκα,ένας πεινασμένος σκύλος, ένας πού ονειρεύτηκε το φως μέσ το απέραντο σκοτάδι.. .Άνοιξε …τα υπόλοιπα είναι προφάσεις…μην ακούς…
Μόνο η αγάπη μένει…
