Ευάγγελος Ορφανιδης κλινικός ψυχολόγος
Ήταν ένα από εκείνα τα απογεύματα που η κούραση έχει τρυπώσει στα κόκκαλα και η σκέψη της επιστροφής, του καναπέ και της ζεστής κουβέρτας στο σπίτι, φαντάζει σαν η μόνη δυνατή όαση. Κοιτούσα το ρολόι με μια ανυπομονησία σχεδόν ενοχική.
«Άντε να τελειώσω… ακόμα μια ωρίτσα», σκέφτηκα, προσπαθώντας να στριμώξω το άγχος και την κούραση της ημέρας σε λίγα λεπτά.
Καθόμασταν στο καφέ του νοσοκομείου, έναν χώρο που η αποστειρωμένη μυρωδιά του καθαριστικού παλεύει μάταια με την οσμή του καβουρδισμένου καφέ, όχι ομως της τυρόπιτας .
Εκείνος βρισκόταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο, και η όψη του ήταν η ζωντανή απόδειξη μιας μεταμόρφωσης που υπερβαίνει τη φθορά.
Το πρόσωπό του είχε γίνει λεπτό, σχεδόν διάφανο.
Τα μάτια του, όμως, είχαν μια βαθιά υγρή διαύγεια.
Δεν υπήρχε πάνω του η ένταση του ανθρώπου που γραπώνεται από την ακτή με ματωμένα νύχια. Υπήρχε μόνο η γαλήνη εκείνου που έχει λύσει όλα τα σκοινιά και έχει αρχίσει να αφήνεται, με τα χέρια ανοιχτά, στα ρεύματα του ανοιχτού πελάγους.
«Κοίτα γύρω σου», μου είπε χαμηλόφωνα.
Η φωνή του ήταν πια μια ψιθυριστή ηχώ.
Έδειξε με μια αργή, σχεδόν τελετουργική κίνηση του χεριού του τους ανθρώπους που βιάζονταν στους διαδρόμους, τα τηλέφωνα που χτυπούσαν σαν επείγουσες εκκλήσεις για προσοχή, τα χαρτιά που άλλαζαν χέρια σαν να μετέφεραν τη μοίρα του κόσμου.
«Όλοι τρέχουν να διορθώσουν κάτι, να προλάβουν κάτι, να σώσουν κάτι. Κι εγώ κάποτε έτρεχα έτσι. Νόμιζα πως αν έκανα αρκετή φασαρία, ο χρόνος θα με προσπερνούσε χωρίς να με δει».
Τον ρώτησα αν φοβάται. Με κοίταξε στα μάτια, όχι με την ένταση της αγωνίας, αλλά με μια διεισδυτική ηρεμία που ένιωσα να με ξεγυμνώνει από κάθε κοινωνικό προσωπείο.
«Ξέρεις», απάντησε, «ο φόβος είναι για εκείνους που νιώθουν ότι άφησαν εκκρεμότητες. Δεν μιλώ για απλήρωτους λογαριασμούς, αλλά ψυχικές οφειλές. Όταν όμως αρχίζεις να αφήνεις, συνειδητοποιείς πως το μόνο που έχεις είναι αυτή η στιγμή, αυτός ο καφές που αχνίζει, αυτή η κουβέντα».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μέσα από τα μεγάφωνα του χώρου, άρχισε να παίζει το «When the party’s over».
Ωπ πόση σύμπτωση σκέφτηκα .
Οι στίχοι έπαψαν να είναι τραγούδι και έγιναν κρυστάλλινη πραγματικότητα.
Χαμογέλασε ελαφρά ένα χαμόγελο που δεν είχε ίχνος πίκρας, αλλά μια τρομακτική διαύγεια που έκανε την καρδιά μου να σφιχτεί.
«Ακούς;» ψιθύρισε.
Κάποια στιγμή, το πάρτι τελειώνει.
Και δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό.
Το πρόβλημα δεν είναι το τέλος.
Το πρόβλημα είναι αν, όσο τα φώτα ήταν αναμμένα και η μουσική έπαιζε, εσύ ήσουν απλώς ένας θεατής που περίμενε την επόμενη στιγμή, αντί να ζει με όλο του το είναι αυτήν που είχε.
Σε εκείνη τη σύντομη παύση, κατάλαβα κάτι που καμία θεωρία ψυχολογίας δεν μπορεί να διδάξει τόσο βαθιά.
Συνειδητοποίησα ότι όλη μας η ζωή μοιάζει με ένα ατέρμονο πάρτι.
Τρέχουμε να προλάβουμε, γελάμε δυνατά για να καλύψουμε τις εσωτερικές μας ρωγμές, ερωτευόμαστε με ορμή, θυμώνουμε για να νιώσουμε μια ψευδαίσθηση ισχύος, πασχίζουμε να αποδείξουμε την αξία μας και κρυβόμαστε πίσω από ρόλους.
Κάνουμε φασαρία, μια διαρκή, επίμονη φασαρία, μόνο και μόνο για να μην ακούσουμε το αναπόφευκτο.
Μέχρι που, νομοτελειακά, ο καθένας μας θα ακούσει το δικό του τραγούδι να παίζει από μακριά, σημαίνοντας την έξοδο.
Μη φοβάσαι τη σιωπή που έρχεται μετά τη μουσική.
Να φοβάσαι τη σιωπή που επιβάλλεις εσύ στον εαυτό σου ενώ η μουσική παίζει ακόμα.
Να φοβάσαι τις λέξεις που δεν είπες, τα “σ’ αγαπώ” που κατάπιες από εγωισμό, τις αλήθειες που έκρυψες για να φανείς δυνατός και άτρωτος.
Όταν τελικά σηκωθήκαμε να φύγουμε, η ποιότητα της παρουσίας του είχε μεταμορφώσει τον χώρο , το νοσοκομείο δεν έμοιαζε πια με προθάλαμο θανάτου, αλλά με ναό επίγνωσης.
Κατάλαβα πως στο τέλος της διαδρομής, δεν είναι οι εμπειρίες μας που μας στοιχειώνουν, αλλά οι εσωτερικές μας απουσίες.
Δεν μας πονάει τόσο αυτό που ζήσαμε, όσο κι αν ήταν δύσκολο, μας πονάει αυτό που δεν τολμήσαμε, η ζωή που αφήσαμε στο «ράφι» από φόβο μην εκτεθούμε, μην τσαλακωθούμε, μην πονέσουμε.
Από τότε, κάθε φορά που η μελωδία αυτή φτάνει στα αυτιά μου, η σκέψη μου δεν τρέχει στο σκοτάδι. Δεν θρηνώ για το σβήσιμο των φώτων.
Αντίθετα, η καρδιά μου επικεντρώνεται στην ερώτηση που αντηχεί μέσα στη σιωπή που αφήνει το τραγούδι πίσω του.
Μια ερώτηση που λειτουργεί ως πυξίδα για κάθε νέα μου μέρα…(για να σε προλάβω, όχι δεν είναι το τι θα φάω το βράδυ…οκ λίγο και αυτό).
Όταν «τελειώσει το πάρτι», θα έχω υπάρξει πραγματικά;
Θα έχω αγαπήσει χωρίς να κρατάω πίσω;
Θα έχω τολμήσει να είμαι αληθινός όταν δεν υπήρχε πια μουσική να με καλύπτει;
Ευάγγελος Ορφανιδης κλινικός ψυχολόγος
Πηγή: facebook
