Γράφει ο Φίλιππος Παπαδημητρίου*
Το τελευταίο διάστημα έχουν απασχολήσει έντονα την κοινή γνώμη της περιφερειακής μας κοινωνίας τρεις διαφορετικές επενδύσεις: η Μαρίνα Ναυπλίου, η μονάδα βιοαερίου στην ΒΙ.ΠΕ Μελιγαλά κι η τουριστική μονάδα στην Δυτική Παραλία Καλαμάτας.Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πώς υπάρχουν έγκυρες ενστάσεις εναντίον και των τριών αυτών επενδύσεων, αλλά το κοινό νήμα που φαίνεται να συνδέει την εναντίωση σε αυτές είναι πολύ λιγότερο η καθ’ εαυτού πεποίθηση πώς είναι επιζήμιες για τον τόπο και πολύ περισσότερο πώς θα διαταράξουν τις τοπικές ισορροπίες, θα αλλοιώσουν την «τοπική κουλτούρα», με λίγα λόγια ο φόβος της προόδου, αλλά κι η άρνηση της ζωής, της πραγματικότητας πώς για να υπάρχει τοπικός πολιτισμός, για να υπάρχει παράδοση, πρέπει οι άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι και να προοδεύουν.
Ας πάρουμε για παράδειγμα την Μαρίνα Ναυπλίου. Έχει διατυπωθεί η επιχειρηματολογία πώς είναι επιζήμια για την πόλη επειδή αλλοιώνει το αρχιτεκτονικό και πολιτισμικό περιβάλλον της και θα συμβάλλει στην περαιτέρω τουριστικοποίηση της.
Αλλοιώνει πράγματι η Μαρίνατο αρχιτεκτονικό και πολιτισμικό περιβάλλον του Ναυπλίου;Ή μήπως αυτή η αλλοίωσηπροέρχεται από σχεδόν όλα τα κτίρια της καινούργιας πόλης τα οποία βρίσκονται σε απόλυτη αναντιστοιχία με την παλιά πόλη; Από το κτίριο της αντιπεριφέρειας, δίπλα στην Μαρίνα ή από τα πυρηνελαιουργεία του βάλτου λίγο πιο πέρα; Στην πραγματικότητα, ελάχιστοι θα θεωρήσουν ότι τα λιγοστά και χαμηλά κτίρια της Μαρίνας θα ασχημύνουν την πόλη.Ούτεκι υφίσταται πολιτισμική αλλοίωση αφού η Μαρίνα χωροθετείται εντός τουλιμανιού της πόλης και συνδέεται στενά με την πιο παραδοσιακή δραστηριότητα του Ναυπλίου που είναι η θάλασσα, η εξωστρέφεια. Το λιμάνι εξάλλου υπήρχε πολύ πριν εμφανιστούν τα πορτοκάλια!
Αλλά και το επιχείρημα της τουριστικοποίησης δεν είναι ιδιαίτερα πιο σοβαρό. Η παλιά πόλη του Ναυπλίου κατοικείται πλέον από ελάχιστους κι αποτελείται σχεδόν απόλυτα από τουριστικά καταστήματα και καταλύματα. Το Ναύπλιο δεν περίμενε την Μαρίνα για να τουριστικοποιηθεί, αλλά ούτε κι η τουριστικοποίηση πρέπει να είναι απαραίτητα κακή.Όλοι παραπονιούνται για τον υπερτουρισμό, ξεχνώντας στην πορεία πώς το Ναύπλιο, η Αργολίδακι η Πελοπόννησος έχουν ελάχιστο τουρισμό σε σχέση με πολλές άλλες περιοχές της χώρας -το 2025 η Πελοπόννησος είχε μερίδιο μόλις 2% στις αφίξεις κι εισπράξεις στην Ελλάδα- και χρειάζονται οπωσδήποτε περισσότερα στον τομέα αυτό για ναεπιζήσουν οικονομικά.
Αυτό που βλέπω εγώ είναι πώς πράγματι θα μπορούσαν να είχαν σχεδιαστεί καλύτερα τα κτίρια της Μαρίνας ή να είχε αυτή χωροθετηθεί κάπου αλλού, αλλά το συνολικό της πρόσημο παραμένει εξόχως θετικό: θα προσελκύσει όχι απλώς περισσότερους τουρίστες, αλλά καλύτερους τουρίστες που θα ξοδεύουν περισσότερο και θα έχουν μεγαλύτερη διάθεση να παραμείνουν στην περιοχή μας, ενώ ταυτόχρονα θα αποτελέσει έναν πολύ όμορφο χώρο για βόλτα και κοινωνικές εκδηλώσεις, ενισχύοντας έτσι την κοινωνικότητα των κατοίκων. Τα κακά της Μαρίνας δεν αναιρούν τα καλά, και σίγουρα δεν δικαιολογούν το φοβικό κλίμα που έχει καλλιεργηθεί γύρω απ’ αυτήν. Πρέπει, τέλος να έχουμε υπόψιν ότι η Αργολίδα χάνει πληθυσμό από το 2001, προφανώς λόγο της μετανάστευσης και της έλλειψης θέσεων εργασίας, ενώ το ΑΕΠ της παραμένει μικρότερο κατά 9,0% σε σχέση με το 2008, άρα κάθε επένδυση σίγουρα δεν είναι αχρείαστη ούτε περιττή, όπως συχνά λέγεται.Πραγματική πράξη αγάπης για τον τόπο είναι η αποδοχή πώς κάποιες αλλαγές, ακόμη κι αν δεν είναι απολύτως της αρεσκείας μας, εν τέλει είναι απαραίτητες γιατί μπορούν να κάνουν τον κόσμο μας καλύτερο, πολλούς ανθρώπους πιο ευτυχισμένους.
Το να λέγεται όχι σε κάθε επένδυση, σε κάθε προοπτική αλλαγής, σε κάθε είδους προόδου δεν συνιστά επαναστατική πράξη, αλλά πράξη βαθιά φοβική, στηριζόμενη σ’έναν ακραίο υποσυνείδητο συντηρητισμό. Τα αρνητικά κάθε επένδυσης πρέπει να τονίζονται και τόσο οι επενδυτές όσο και το κράτος να πιέζονται για να τα επιλύσουν ή να τα μετριάσουν, αλλά είναι παράλογο να ζητείται κάθε φορά η ολοκληρωτική ακύρωση μίας επένδυσης. Το αποτέλεσμα αυτής της συμπεριφοράς είναι η Πελοπόννησος να καθίσταται μη-ελκυστική όχι απλά για τους μεγάλους επενδυτές αλλά για κάθε μορφής επιχειρηματικότητα, και κυρίως να γίνεται μη-ελκυστική για τους ίδιους τους κατοίκους της που θα παραμείνουν πτωχοί, άνεργοι και δυστυχισμένοι. Σήμερα το ΑΕΠ/κεφαλήν της Πελοποννήσου παραμένει κατά 35% χαμηλότερο από της Αττικής, απέχοντας πολύ από τις περισσότερες περιφέρειες της Ευρώπης. Όσο δεν γίνονται επενδύσεις και δεν αναπτύσσονται άλλοι τομείς πέρα από την γεωργία και την κτηνοτροφία τόσο θα παραμένει αυτό καθηλωμένο.Την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης δεν γίνεται ακόμη να υποστηρίζουμε πώς ο Μοριάς πρέπει να ζει μόνο από τις ελιές, τα πορτοκάλια και τα rooms-to-lent, χωρίς βιομηχανία ή ποιοτικό τουρισμό. Θα έπρεπε να θέλουμε ο Μοριάς να γίνει Τοσκάνη, Βρετάνη, Βαυαρία, Χώρα των Βάσκων ή Σκωτία, να συνδυάζει την παράδοση με τον εξυγχρονισμό, την οικονομική ανάπτυξη με τον γνήσιο ανθρωπισμό, να κοιτάζουμε ψηλά και μπροστά, όχι χαμηλά και πίσω.
Εξάλλου, για να μιλήσουμε ωμά, η Πελοπόννησος κι η Ελλάδα αντιμετωπίζουν αυτή την στιγμή τον κίνδυνο δημογραφικού αφανισμού μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Ποτέ ξανά στην ανθρώπινη ιστορία δεν υπήρξαν τόσες λίγες γεννήσεις σε σχέσεις με τον πληθυσμό. Μόνο μεταξύ του 2024 και του 2025 οι γεννήσεις στην Πελοπόννησο μειώθηκαν κατά 8,2%! Αν συνεχιστεί αυτή η τάση τα αποτελέσματα θα είναι απολύτως καταστροφικά, σε τέτοιο επίπεδο ώστε να απειλείται ο ίδιος ο ανθρώπινος πολιτισμός, να κινδυνεύουμε να υπεισέλθουμε στην αναρχία αφού δεν θα μπορούν να πληρωθούν οι συντάξεις ή να φροντιστούν οι ηλικιωμένοι. Μία αιτία, εκ των κυρίαρχων, είναιη κακή οικονομική κατάσταση της χώρας και της περιοχής μας που ωθεί τις νέες και τους νέους στην μετανάστευση, στην καθυστερημένη δημιουργία οικογένειας και στην διαβίωση μέχρι τα σαράντα με τους γονείς τους. Όποιος αγαπάει την Πελοπόννησο και τους Πελοποννήσιους θα έπρεπε να ενδιαφέρεται πρωτίστως για την συγκράτηση του πληθυσμού, την επαναφορά των γεννήσεων σε φυσιολογικά επίπεδα, την στήριξη των νέων οικογενειών, οπότε, μοιραία, και για την οικονομική ανάπτυξη, τις επενδύσεις, την δημιουργία νέων, καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας.
Χωρίς ανθρώπους δεν νοείται παραδοσιακή αρχιτεκτονική, δεν νοείται λαογραφία, δεν νοείται κοινωνία, δεν νοείται ανθρωπότητα, δεν νοείται καν φυσικό περιβάλλον αφού κι οι άνθρωποι κομμάτι της φύσης είναι. Κάθε επένδυση πρέπει λοιπόν να εξετάζεται και τα αρνητικά της να επισημαίνονται, αλλά δεν είναι παραγωγική στάση ζωής το όχι σε κάθε επένδυση, η εμμονική προσκόλληση σε αόριστες έννοιες. Κατά την γνώμη του γράφοντος για όλα τα πράγματα μέτρο είναι ο άνθρωπος κι άρα τα κριτήρια μας δεν θα έπρεπε να είναι επιπόλαια, όπως ότι κάτιχαλάει τα υπερβολικά αυστηρά αισθητικά κριτήρια μας ή αντίκειται σε κάποιον σχεδιασμό που έγινε δεκαετίες πριν κι ουδέποτε εφαρμόστηκε. Πρέπει να κοιτάμε αν θα έχει θετική επίδραση πάνω στους ανθρώπους, στις ανθρώπινες σχέσεις, στον πραγματικό πολιτισμικό πλούτο που εκφράζεται από την ανθρώπινη θέληση για πρόοδο, αν θα βοηθήσει στην ενδυνάμωση, επέκταση κι αύξηση της τοπικής μας κοινωνίας αντί στην αποδυνάμωση, υποχώρηση και μείωση, έχοντας υπόψιν ότι ο χρόνος δεν είναι ανεξάντλητος.
Πρέπει να έχουμε επίγνωση πώς η ζωή είναι ωραία, κι αυτό που την καθιστά ωραία είναι οι άνθρωποι που ζουν αρμονικά μέσα σε μία κοινωνία και έχουν την δυνατότητα να αναπτύσσουν ελεύθερα την δημιουργικότητα τους, χωρίς τον φόβο της πείνας ή της ανασφάλειας. Ένας όμορφος οικισμός ή τοπίο χωρίς ανθρώπους δεν αξίζει τίποτε γιατί τους όμορφους οικισμούς και τοπία τους δημιουργούν οι όμορφοι, δημιουργικοί κι ευτυχισμένοι άνθρωποι.Αν θέλουμε λοιπόν όλα να μείνουν ίδια τότε όλα πρέπει να αλλάξουν!
*Ο Φίλιππος Παπαδημητρίου είναι φοιτητής νομικής, ελαιοπαραγωγός και πρόεδρος της ΑΜΚΕ Το Χαμόγελο του Χωριού
