Σημαντικές πληροφορίες από τον Γιώργο Κωστούρο για έναν προϊστορικό οικισμό της Νεμέας, που φαίνεται να σηματοδοτεί χρονικά την απαρχή της οινικής παράδοσης της περιοχής.
Στην δυτική πλευρά της Αρχαίας Νεμέας υπάρχει τοπωνύμιο «Τσούνκιζα», το οποίο συνδέεται με το αρβανίτικο όνομα çu(k) / çukë, που σημαίνει «κορυφή, ύψωμα, λόφος». Πράγματι πρόκειται για χθαμαλό λόφο, που αρχαιολογικά θεωρείται σημαντική προϊστορική θέση, στην οποία έχουν εντοπιστεί εγκαταστάσεις της Νεολιθικής εποχής (το ίδιο τοπωνύμιο υπάρχει και σε άλλες περιοχές, μη αρχαιολογικού όμως ενδιαφέροντος, όπως κοντά στην Αλέα Αργολίδας και στην Δάφνη Γορτυνίας).
Στον λόφο της Τσούνγκιζας κατά το έτος 1924 πραγματοποιήθηκαν τρεις δοκιμαστικές τομές από τον Καθηγητά Ελληνικής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Cincinnati του Οχάιο των ΗΠΑ Carl Blegen, ο οποίος συνέχισε τις ανασκαφές και κατά τα επόμενα χρόνια 1925 και 1926, παραδίδοντας την σκυτάλη στον James Penrose Harland, ο οποίος συνέχισε μέχρι το 1928. Από αυτές τις έρευνες, παρότι δεν είχαν ποτέ δημοσιευθεί πλήρως, ήταν γνωστό ότι στη θέση αυτή, όπου ανασκάφηκε και το λεγόμενο «νεολιθικό σπήλαιο», υπήρχαν εγκαταστάσεις τόσο της Νεολιθικής Εποχής (6500-3000 π.Χ.), όσο και της Πρώιμης και της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (από περ. 3000-1100 π.Χ.).
Κατά το διάστημα 1973–1979, ο Στέφανος Μίλλερ πραγματοποίησε, για λογαριασμό του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Berkeley και σε συνεργασία με την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία σωστικές/δοκιμαστικές ανασκαφές μικρής έκτασης, μεταξύ δε των ετών 1981και 1986, πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα ένα νέο πρόγραμμα αρχαιολογικών ερευνών, το οποίο διηύθυνε ο Καθηγητής Αρχαιολογίας στο Bryn Mawr College της Πενσυλβάνιας James C. Wright.
Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, διερευνήθηκε η έκταση του προϊστορικού οικισμού στις πλαγιές της Τσούνγκιζας και διευρύνθηκε η κατανόηση των περιόδων κατοίκησής του.
Και το σημαντικό είναι ότι οι ανασκαφές και οι αρχαιολογικές έρευνες στην Τσούνγκιζα θα συνεχιστούν και στις μέρες μας, σύμφωνα με νέο πρόγραμμα που έχει εξαγγείλει η Καθηγήτρια Kim Shelton, εκ μέρους του Nemea Center for Classical Archaeology του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Berkeley, το οποίο άρχισε το 2026 και προβλέπεται να συνεχιστεί μέχρι το 2028.
Όπως φαίνεται λοιπόν από το συνεχές αρχαιολογικό ενδιαφέρον και από τα καιρούς ευρήματα των ανασκαφών και των λοιπών επιστημονικών ερευνών, η Τσούνγκιζα αποτελεί για την Νεμέα σπουδαίο τοπόσημο, η σημαντικότητα του οποίου αυξάνει εκθετικά, εάν λάβει κανείς υπ’ όψη ότι συνδέεται άμεσα με την αρχαιότερη ιστορική μαρτυρίας για την καλλιέργεια αμπέλου στην περιοχή. Πράγματι, κατά την ανασκαφή του 1985 βρέθηκαν εντός μεγάλου λάκκου/αποθέτη που σχετίζεται με τελετουργικό συμπόσιο, περισσότερα από 25.000 γίγαρτα («κουκούτσια», δηλαδή σπόροι σταφυλιού) και ποδίσκοι σταφυλιών, που υποδεικνύουν ότι πιθανότατα αποτελούσαν πρώτη ύλη για ζύμωση, προς παραγωγή κρασιού.
Η ανακάλυψη περισσότερων από 25.000 γιγάρτων (σπόρων σταφυλιού) και ποδίσκων (μίσχων) σταφυλιών υποδεικνύει ότι πιθανότατα πραγματοποιούνταν για ζύμωση και παραγωγή κρασιού. Η ραδιοχρονολόγηση σε κάποια από αυτά τα γίγαρτα που βρέθηκαν απανθρακωμένα, τα τοποθετεί στα 1627–1530 π.Χ.!
Σκεφθείτε να εξετάζονταν επιστημονικά αυτά τα γίγαρτα (πχ. με τέστ DNA ή με άλλες κατάλληλες αμπελολογικές γενετικές μεθόδους) και να διαπιστωνόταν ότι έχουν γονιδιακές ομοιότητες, αν όχι ταύτιση με την σημερινή νεμεάτικη ποικιλία σταφυλιού, το αγιώργιτικο! Πού θα εκτινασσόταν η φήμη και η υπόληψή του, εάν μπορούσε να τεκμηριωθεί αξιόπιστα ότι το αγιωργίτικο, με τόσες χιλιάδες χρόνια καλλιέργειάς του στην Νεμέα και μάλιστα με τις ίδιες παραδοσιακές αμπελουργικές πρακτικές, έχει πλήρως εγκλιματιστεί στις ιδιαίτερες εδαφοκλιματικές συνθήκες της περιοχής, γεγονός που το καθιστά ασύγκριτο και μοναδικό!
