Γράφει ο Ντίνος Παπαντωνίου
Ο τόπος, ο άνθρωπος και το έδαφος
Ήταν τα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών της ΕΛΣΤΑΤ, και όχι μόνο. Χαίρομαι που μερικοί φίλοι τα ανήρτησαν και με παρακίνησαν να γράψω δυο λόγια. Αν και, τελικά, δεν είναι δυο λόγια. Είναι ένα μεγάλο κείμενο για τον τόπο, τον άνθρωπο και το έδαφος. Για τη σχέση μας με τη γη, την παραγωγή, την ιστορία και την ταυτότητά μας.
Έχουμε πει πολλές φορές,η Ελλάδα, λόγω της ιστορίας, της γεωγραφίας, του κλίματος και της κοινωνικής της συγκρότησης, διαθέτει μια μοναδικότητα που οφείλουμε να προστατεύσουμε και να καλλιεργήσουμε. Όχι ως μουσειακό κατάλοιπο, αλλά ως ζωντανό κεφάλαιο για το μέλλον.
Ίσως χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να επιστρέψουμε σε ορισμένες λέξεις και στις αξίες που μας εκφράζουν.
Στην «Αγροφιλία», όπως την ανέδειξε ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης.
Στην αρμονία ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο.
Στην ευτοπία της υπάιθρου, τα παραγωγικά συστήματα, τους τοπικούς πολιτισμούς, τις γεύσεις και την κατοικία.
Να ξεφύγουμε από τη λογική ενός μικροελλαδικού γαστρονομικού κρατισμού, που συχνά περιορίζει τον πλούτο των τόπων μας σε γιορτές προϊόντων, εκδηλώσεις προβολής και ευκαιριακές χρηματοδοτήσεις. Να περάσουμε από τη γαστρονομία της βιτρίνας στην οικονομία της παραγωγής. Γιατί η γαστρονομία δεν αρχίζει στο πιάτο. Αρχίζει από το έδαφος, τον παραγωγό, τη γνώση και την ιστορία κάθε τόπου.
Να ξεφύγουμε όμως και από την ξύλινη, μονότονη επανάληψη του πολιτικού προσωπικού περί ανάπτυξης.
Γιατί η διαρκής επίκληση του πρωτογενούς, του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα, χωρίς σχέδιο και συγκεκριμένες προτάσεις, δεν οδηγεί πουθενά. Χρειάζονται γνώση, συνεργασίες και παραγωγικές διασυνδέσεις.
Διαφορετικά, οι ψευδό- διακηρύξεις αποκαλύπτουν μια διανοητική καθυστέρηση του πολιτικού μας συστήματος, που αποτυπώνεται και στα προγράμματα των κομμάτων για την αγροτική αναγέννηση της χώρας.
Η ανάπτυξη είναι σχέδιο με ανθρώπους, πόρους, στόχους και προορισμό.
Αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένο στην Τοπική Αυτοδιοίκηση της Κορινθίας: στους έξι δήμους, στα δημοτικά συμβούλια και στους ανθρώπους της παραγωγής.
Πιστεύω ότι είναι καιρός να φύγουμε από τη λογική της «δημοκρατίας των εργολάβων», τις φιέστες, των εγκαινίων και των φωτογραφιών, και να περάσουμε στον σχεδιασμό της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Στην κορινθιακή αυτοδιοίκηση και αναφέρομαι στο σύνολο, υπάρχουν άνθρωποι με γνώσεις και ικανότητες να αναλάβουν αυτή την πρωτοβουλία, μαζί με τους Κορίνθιους παραγωγούς, τους νέους αγρότες, τους γεωπόνους, τους συνεταιρισμούς, τους ανθρώπους της μεταποίησης και της επιστημονικής κοινότητας.
Η προστασία της κορινθιακής γης, η ανάδειξη των προϊόντων της και η «καλλιέργεια» του εθελοντισμού ως συλλογικής αναπτυξιακής συμμετοχής είναι υπόθεση όλων μας.
Ας είμαστε λοιπόν οι πρώτοι στην Ελλάδα που θα καταθέσουμε, με πρωτοβουλία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ένα συνολικό διαδημοτικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και αναγέννησης της υπαίθρου. Ένα σχέδιο με στόχους, χρονοδιάγραμμα και συνέχεια πέρα από τις δημοτικές θητείες.
Γιατί η Κορινθία δεν έχει ανάγκη μόνο από περισσότερα έργα. Έχει ανάγκη από περισσότερη παραγωγή, γνώση και συνεργασία.
Ας κάνουμε την Κορινθία τόπο αναφοράς για την αγροτική αναγέννηση της ελληνικής περιφέρειας.
Γιατί η επισιτιστική ανασφάλεια, η αγροτική αναγέννηση είναι και ευθύνη των έξι δήμων στο νομό μας.
Είμαι σίγουρος ότι πολλοί αιρετοί διάβασαν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, το 7,5% του ελληνικού πληθυσμού αντιμετωπίζει μέτρια ή σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια. Πίσω από αυτό το ποσοστό βρίσκονται άνθρωποι και οικογένειες που δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκή και ποιοτική διατροφή.
Δεν είναι απλώς ένας ακόμη κοινωνικός δείκτης. Είναι ένα πρόβλημα που μας υποχρεώνει να ξαναδούμε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, την πρόσβαση των πολιτών στα τρόφιμα, την επάρκεια της εγχώριας παραγωγής και την εξάρτησή μας από τις εισαγωγές.
Η επισιτιστική ανασφάλεια δεν ταυτίζεται με την ανεπάρκεια της εγχώριας παραγωγής.
Η πρώτη συνδέεται κυρίως με τη δυνατότητα των νοικοκυριών να εξασφαλίζουν τροφή.
Η δεύτερη αφορά την παραγωγική ικανότητα και την ανθεκτικότητα της χώρας. Είναι όμως δύο ζητήματα που συναντώνται στο μεγάλο ερώτημα της διατροφικής ασφάλειας.
Η διατροφική επάρκεια μιας χώρας δεν είναι μόνο οικονομικό ζήτημα. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής, παραγωγικής ανεξαρτησίας και εθνικής ασφάλειας. Γι’ αυτό η συζήτηση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας είναι επιβεβλημένη.
Η περιφερειακή ανάπτυξη αρχίζει από την παραγωγή
Η περιφερειακή ανάπτυξη προϋποθέτει την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Και αυτή η ανασυγκρότηση, ιδιαίτερα στην ελληνική περιφέρεια, δεν μπορεί παρά να στηριχθεί στον πρωτογενή τομέα.
Η σημασία της γεωργίας και της κτηνοτροφίας δεν μπορεί να αποτιμάται αποκλειστικά με βάση το ποσοστό συμμετοχής τους στο ΑΕΠ. Πρέπει να συνυπολογίζονται η απασχόληση, η μεταποίηση, η τυποποίηση, η εμπορία, οι εξαγωγές, η προστιθέμενη αξία και η συμβολή τους στη διατήρηση της κοινωνικής ζωής της υπαίθρου. Στην δική μας περίπτωση είναι μικρή η υπεραξία τους χωρίς την μεταποίηση.
Η παραγωγή δεν είναι μόνο μια οικονομική δραστηριότητα. Είναι ολόκληρη αλυσίδα αξίας. Είναι ο τόπος, το προϊόν και ο άνθρωπος.
Κάθε περιοχή διαθέτει ιδιαίτερα γεωγραφικά, παραγωγικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Διαθέτει τη δική της ιστορία, τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα και το ανθρώπινο δυναμικό της. Αυτά πρέπει να αποτελούν τη βάση ενός νέου σχεδίου περιφερειακής ανάπτυξης.
Όχι μιας ανάπτυξης που θα εξαντλείται στην απορρόφηση πόρων και στην κατασκευή έργων, αλλά μιας ανάπτυξης που θα δημιουργεί παραγωγή, εισόδημα, απασχόληση και προοπτική.
Αν η κεντρική πολιτική σκηνή δεν ανοίγει αυτή τη συζήτηση, οι τοπικές κοινωνίες δεν μπορούν να παραμένουν θεατές. Εδώ αρχίζει η ευθύνη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Η Κορινθία των παραγωγών και η «δημοκρατία των εργολάβων»
Ας πούμε σήμερα δυο λόγια για την Τοπική Αυτοδιοίκηση της Κορινθίας. Η Κορινθία είναι ένας τόπος με μεγάλη αγροτική και κτηνοτροφική παράδοση, με εξαιρετικά προϊόντα, ανθρώπους της παραγωγής, επιχειρήσεις μεταποίησης και σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Είναι ο «ευλογημένος τόπος», όπως συνηθίζει να τον αποκαλεί η θεσμική μας πυραμίδα. Μόνο που η ευλογία ενός τόπου δεν αρκεί. Χρειάζεται σχέδιο, γνώση, συνεργασία και πολιτική βούληση για να μετατραπεί ο παραγωγικός του πλούτος σε πραγματική ευημερία.
Ίσως είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να εξαντλεί τον αναπτυξιακό της ρόλο στην τσιμεντοποίηση, στις εργολαβίες, στα εγκαίνια, στις κορδέλες, στις φιέστες και στις ατελείωτες δηλώσεις.
Ζούμε, όπως έχω γράψει και παλαιότερα, στην εποχή της «δημοκρατίας των εργολάβων». Μιας αυτοδιοικητικής αντίληψης όπου το τεχνικό έργο εμφανίζεται ως το κυρίαρχο μέτρο της ανάπτυξης και η διαχείριση των χρηματοδοτήσεων υποκαθιστά πολλές φορές τον ουσιαστικό αναπτυξιακό σχεδιασμό.
Δεν αμφισβητώ την ανάγκη των έργων υποδομής. Αμφισβητώ την αντίληψη ότι η ανάπτυξη ενός τόπου μπορεί να περιορίζεται μόνο σε αυτά.
Αναζητώντας τις δημοσιευμένες πρωτοβουλίες των έξι δήμων κατά την τρέχουσα αυτοδιοικητική περίοδο, συναντά κανείς επιμέρους ημερίδες, δράσεις ενημέρωσης, προγραμματισμούς και έργα αγροτικών υποδομών. Δεν προκύπτει όμως, από τα διαθέσιμα δημοσιευμένα στοιχεία που εξετάσα, η συγκρότηση ενός κοινού, ολοκληρωμένου σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης από τους έξι δήμους της Κορινθίας. Αυτό είναι το ουσιαστικό κενό.
Δεν αρκεί μια ημερίδα για την αγροτική παραγωγή ούτε ένα έργο αγροτικής οδοποιίας, όσο αναγκαία κι αν είναι. Χρειάζεται μόνιμος διάλογος με τους παραγωγούς και συγκεκριμένο σχέδιο, χρονοδιάγραμμα, συνεργασίες και μετρήσιμους στόχους.
Συμφωνουμε όλοι όταν η παραγωγή συρρικνώνεται, όταν το αγροτικό εισόδημα πιέζεται, όταν οι νέοι απομακρύνονται από τη γεωργία και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις εγκαταλείπονται, δεν χάνεται μόνο ένα μέρος της τοπικής οικονομίας. Αποδυναμώνεται η ύπαιθρος, χάνεται η παραγωγική γνώση και μνήμη, χάνεται η συνέχεια των γενεών.
Οι άνθρωποι της γνώσης και της παραγωγής
Η Κορινθία διαθέτει ένα σημαντικό κεφάλαιο : είναι οι απόφοιτοι των γεωπονικών και αγροτικών σχολών, οι νέοι επιστήμονες που επέλεξαν να ασχοληθούν με τον πρωτογενή τομέα, να παραμείνουν στον τόπο τους και να συνδέσουν την επιστημονική γνώση με την παραγωγή.
Αυτοί πρέπει να είναι οι πρώτοι συνομιλητές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Μαζί με τους αγροτικούς συλλόγους, τους υγιείς συνεταιρισμούς, τις επιχειρήσεις μεταποίησης, τα επιμελητήρια και όλους όσοι δημιουργούν παραγωγή, εισόδημα και προστιθέμενη αξία.
Γνωρίζω ότι πολλοί θα πουν πως τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Είναι, κατά τη γνώμη μου, λανθασμένη προσέγγιση. Όταν φυτεύεις έναν σπόρο στη γη, δεν περιμένεις την επόμενη ημέρα να έχει γίνει καρποφόρο δέντρο. Χρειάζεται χρόνος, φροντίδα, γνώση, επιμονή και συλλογική προσπάθεια.
Το ίδιο ισχύει και για την παραγωγική ανασυγκρότηση ενός τόπου. Οι καρποί της είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού και συνεργασίας που πρέπει να ξεπερνά τη θητεία μιας δημοτικής αρχής.
Η «Αγροφιλία» του Μιχάλη Χαραλαμπίδη
Ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης υπήρξε ένας από τους πολιτικούς στοχαστές που αντιμετώπισαν την ελληνική ύπαιθρο όχι ως χώρο παρακμής, αλλά ως πεδίο μιας νέας παραγωγικής και πολιτιστικής αναγέννησης.
Με την «Αγροφιλία» και την «Ελληνική ποιότητα και ανάπτυξη – Η νέα συμμαχία» ανέδειξε τη σημασία της ποιότητας, της τοπικής ταυτότητας, των παραδοσιακών προϊόντων, του αγροτικού τοπίου και μιας διαφορετικής οργάνωσης της παραγωγής.
Η σκέψη του παραμένει επίκαιρη. Η παραγωγική ανασυγκρότηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην αύξηση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Χρειάζεται να συνδέει τη γη με τη γνώση, την παραγωγή με τη μεταποίηση, την ποιότητα με την αγορά και την οικονομία με τον πολιτισμό.
Στην ίδια ευρύτερη συζήτηση έχουν συμβάλει ο Κορίνθιος Χαράλαμπος Κασίμης και ο Απόστολος Γ. Παπαδόπουλος. Με τη μελέτη τους για την ανάπτυξη του αγροτροφικού συμπλέγματος και την πολιτική οικονομία του αγροτικού μετασχηματισμού ανέδειξαν ότι η αγροτική παραγωγή δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένη από την οικονομία και τις κοινωνικές αλλαγές της υπαίθρου.
Τι μας διδάσκει η Ιταλία
Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό. Στη γειτονική Ιταλία υπάρχουν παραδείγματα τοπικών πρωτοβουλιών που συνδέουν τη γεωργία με την οικονομία, την κοινωνία και την ταυτότητα κάθε περιοχής.
Στην μητρόπολη του κεφαλαίου ,στο Μιλάνο, το πρόγραμμα OpenAgri επιδίωξε να συνδέσει την αγροτική παραγωγή με την καινοτομία, την επιχειρηματικότητα και την αξιοποίηση περιαστικής γης.
Στο Capannori της Τοσκάνης, η πρωτοβουλία Piana del Cibo προωθεί τη συνεργασία για την τοπική πολιτική τροφίμων, τις αγορές παραγωγών και τη σύνδεση της παραγωγής με την κατανάλωση.
Στο μικρό Castel del Giudice του Molise, η αξιοποίηση εγκαταλειμμένων εκτάσεων και η βιολογική μηλοπαραγωγή αποτελούν παράδειγμα τοπικής αναγέννησης μέσα από συνεργασίες.
Είναι μερικά παραδείγματα μιας διαφορετικής αντίληψης για τον ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο ιταλικές προσεγγίσεις. Ο Carlo Petrini, ιδρυτής του Slow Food και εμπνευστής του Terra Madre, συνέδεσε την τροφή με την ποιότητα, τους μικρούς παραγωγούς, τον πολιτισμό και την τοπική ταυτότητα.
Ο Gianluca Brunori, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, μελετά τη βιώσιμη αγροτική ανάπτυξη, τα αγροδιατροφικά συστήματα και τη σχέση τους με την καινοτομία. Η παραγωγή δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τον τόπο, την κοινωνία και τη γνώση.
Και στην Ελλάδα; Θα αναφέρω το παράδειγμα της Ανάβρας
Δεν χρειάζεται όμως να αναζητούμε παραδείγματα μόνο στην Ιταλία. Στην Ελλάδα υπήρξε η περίπτωση της Ανάβρας Μαγνησίας, μιας μικρής ορεινής κοινότητας που, επί προεδρίας του Δημήτρη Τσουκαλά, ανέπτυξε μια διαφορετική αντίληψη για την τοπική οικονομία. Η ιστορία της αναδείχθηκε ήδη από τον ελληνικό Τύπο το 2006.
Με επίκεντρο την κτηνοτροφία, δημιουργήθηκαν παραγωγικές υποδομές, κοινοτικό σφαγείο, δυνατότητες βιολογικής παραγωγής και δραστηριότητες αξιοποίησης των τοπικών πόρων. Η Ανάβρα έδειξε, για τη δική της εποχή, ότι ακόμη και μια μικρή ορεινή κοινότητα μπορεί να αναλάβει ουσιαστικές αναπτυξιακές πρωτοβουλίες, όταν διαθέτει σχέδιο, συνεργασία και συνέχεια.
Δεν αποτελεί μοντέλο που μπορεί να αντιγραφεί αυτούσιο ούτε περιγραφή της σημερινής κατάστασης του χωριού. Αποτελεί όμως ένα ελληνικό ιστορικό προηγούμενο που αξίζει να μελετήσουμε.
Αν μια μικρή ορεινή κοινότητα μπορούσε να οργανώσει τέτοιες παραγωγικές δραστηριότητες, γιατί να μη συζητήσουν σήμερα οι έξι δήμοι της Κορινθίας ένα κοινό σχέδιο αγροτικής αναγέννησης;
Τι μπορούν να κάνουν οι έξι δήμοι της Κορινθίας;
Οι δήμοι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, την Περιφέρεια ή την εθνική αγροτική πολιτική. Μπορούν όμως να λειτουργήσουν ως οργανωτές, συντονιστές και καταλύτες μιας νέας τοπικής παραγωγικής προσπάθειας.
Ένα ψήφισμα στο δημοτικό συμβούλιο, μια παρουσία στα μπλόκα των αγροτών,δύο λεπτά στην τηλεοπτική κάμερα, είναι μισό βήμα .
Μπορούν όμως να συμφωνήσουν στα παρακάτω
1. Διαδημοτικό Συμβούλιο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης: με τη συμμετοχή των έξι δήμων, των παραγωγών, των συνεταιρισμών, των επιστημονικών φορέων και των επιχειρήσεων μεταποίησης.
2. Αγροδιατροφικό Κέντρο Κορινθίας (Agri Hub): που θα συνδέει την επιστημονική γνώση με την παραγωγή, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα.
3. Υποστήριξη νέων αγροτών: με εκπαίδευση, τεχνική βοήθεια και συνεργασία με γεωπονικές σχολές.
4. Αξιοποίηση εγκαταλειμμένης αγροτικής γης: όπου το επιτρέπει το ιδιοκτησιακό και θεσμικό πλαίσιο.
5. Σύνδεση παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας: ώστε μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας να παραμένει στην Κορινθία.
6. Τοπικές αγορές και δίκτυα διάθεσης: με σύνδεση των προϊόντων με τη γαστρονομία, τον τουρισμό και την εστίαση.
7. Ανάδειξη της ταυτότητας κάθε περιοχής, από τον κορινθιακό κόλπο μέχρι τον Σαρωνικό παραθαλάσσιας, πεδινής, ορεινής, από τη Νεμέα και τη Στυμφαλία μέχρι τη Σικυώνα, τη Βόχα, την Κόρινθο, το Λουτράκι και τις ορεινές κοινότητες.
Δεν χρειάζεται όλα αυτά να γίνουν ταυτόχρονα. Χρειάζεται όμως μια αρχή: ένα κοινό τραπέζι διαλόγου με τους ανθρώπους της παραγωγής, χωρίς κομματικές περιχαρακώσεις, χωρίς επικοινωνιακές φιέστες και χωρίς την ψευδαίσθηση ότι μια ακόμη ημερίδα αρκεί για να αλλάξει το μέλλον του τόπου.
Έχει ενδιαφέρον να μάθουμε
Πόσα προϊόντα της αγροτοκτηνοτροφικής Κορινθίας καταναλώνονται, στην εστίαση, στην μικρή και μεγάλη αγορά, στα ξενοδοχεία για το πρωινό, πόσα πιάτα με κορινθιακά προϊόντα έχουν προτείνει οι μάγειρες, για το τραπέζι των πελατών τους ελλήνων και ξένων. Στοιχεία δεν υπάρχουν. Το επιμελητήριο δεν ασχολείται με αυτά. Έχω γράψει πολλές φορές για τον κορινθιακό άτλαντα των προϊόντων.
Απόντες και πολλοί δήμοι στην εποχή της ψηφιακής εικόνας, με πρώτο τον Δήμο Κορινθίων και τελευταίο τον Δήμο Νεμέας δεν διαθέτουν στους επίσημους ιστότοπους τους ούτε μια ουσιαστική παρουσίαση των δημοτικών ενοτήτων και των χωριών τους. Της ιστορίας, των τοποσήμων, των ανθρώπων, της παραγωγικής και πολιτιστικής ταυτότητας κάθε τόπου.
Αυτή η παράλειψη, όπως έχω ξαναγράψει, αποτελεί προσβολή της συλλογικής μας μνήμης και ασέβεια απέναντι στους ανθρώπους και στην ιστορία του τόπου. Για να το πω κομψά.
Και επειδή όταν γράφω θέλω με τα παραδείγματα ο αναγνώστης να καταλάβει την σημασία, την διατροφική αξία και τον κόπο των παραγωγών. Αλήθεια στα πρωινά των ξενοδοχείων το γιαούρτι, το γάλα, το μέλι ,τι προέλευσης είναι; Τα γλυκά που προσφέρονται ,είτε με την χρήση ξηρών καρπών όπως τα καρύδια, τα φρούτα, η σουλτανίνα που ακόμα και στα καφέ η προσφορά ενός κορινθιακού τσαμπιού σταφύλι, ή κορινθιακής σταφίδας μόνο και ως εικόνα έχει την δίκη του αξία.
Από την «ετεροδιοίκηση» στην παραγωγική αυτοδιοίκηση
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να παραμένει απλός διαχειριστής χρηματοδοτήσεων και εργολαβιών. Οφείλει να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στον σχεδιασμό του μέλλοντος των τοπικών κοινωνιών. Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα ζητήματα της μετάβασης από την ετεροδιοίκηση στην πραγματική αυτοδιοίκηση,όπως έχω γραψει πολλές φορές.
Η Κορινθία διαθέτει διαφορετικές παραγωγικές, γεωγραφικές και πολιτιστικές ενότητες. Αυτός ο πλούτος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά, μέσα στα στενά διοικητικά όρια κάθε δήμου. Χρειάζεται κοινή αναπτυξιακή αντίληψη.
Η διατροφική επάρκεια μιας χώρας και η δυνατότητα κάθε οικογένειας να εξασφαλίζει ποιοτική τροφή δεν είναι δεδομένες για πάντα. Γι’ αυτό η παραγωγική ανασυγκρότηση της υπαίθρου δεν είναι υπόθεση μόνο των αγροτών. Είναι υπόθεση ολόκληρης της κοινωνίας.
Οι έξι δήμαρχοι της Κορινθίας έχουν την ευκαιρία να ανοίξουν αυτή τη συζήτηση. Όχι με μία ακόμη φιέστα, αλλά με μια ουσιαστική πρωτοβουλία που θα αφήσει παραγωγικό αποτύπωμα στον τόπο.
Γιατί, όπως συμβαίνει και με τη γη, τίποτα δεν καρποφορεί χωρίς να προηγηθεί η σπορά. Και ίσως ο σημαντικότερος σπόρος που οφείλουμε σήμερα να φυτέψουμε στην Κορινθία είναι ο σπόρος μιας νέας παραγωγικής και αυτοδιοικητικής αντίληψης.
«Η Κορινθία è una terra di cultura, storia e produzione».
Η Κορινθία είναι μια γη πολιτισμού, ιστορίας και παραγωγής.
Αυτή την ταυτότητα οφείλουμε να αναδείξουμε. Να συνδέσουμε ξανά τη γη με τους ανθρώπους, την παραγωγή με τη γνώση, την ιστορία με το μέλλον.
Γιατί η αναγέννηση της ελληνικής υπαίθρου είναι, πάνω απ’ όλα, υπόθεση πολιτισμού.
