Σάββατο, 24 Ιανουαρίου, 2026
ΕΛΛΑΔΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Βάναυσες Επεμβάσεις» στη δεξαμενή του Αετίου στην Κωνσταντινούπολη

Εισαγωγή

Σύμφωνα με την  ανακοίνωσή της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρεία (ΧΑΕ), που ιδρύθηκε το 1884 και έχει στόχο τη μελέτη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης, πραγματοποιούνται «βάναυσες επεμβάσεις» στην υπαίθρια δεξαμενή (Sarnıcı) του Αετίου στην Κωνσταντινούπολη.

Συγκεκριμένα, με όσα έχουν γίνει γνωστά, στο εσωτερικό της τεράστιας κινστέρνας εργάζονται εδώ και δύο μήνες βαριά σκαπτικά μηχανήματα, δίχως καμία αρχαιολογική επίβλεψη. Η μία πλευρά του κτίσματος που έχει κατασκευαστεί τον 5ου αιώνα, επί της οδού Fevzi paşa, συνεχίζεται καθ’ ύψος με νέα κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα για την αντιστήριξη του πρανούς. Όπως μαρτυρούν φωτογραφίες, η ίδια η βυζαντινή τοιχοποιία υφίσταται διατρήσεις από μηχανήματα, σαν να πρόκειται για κοινό βράχο.

Να σημειωθεί ότι η ανακοίνωσή της ΧΑΕ συμπληρώνει τις διαμαρτυρίες των Τούρκων αρχαιολόγων και ευαισθητοποιημένων πολιτών για το ζήτημα.

Ιστορικό

Η δεξαμενή αποτελεί ένα οργανικό τμήμα του δικτύου υδρεύσεως της Κωνσταντινουπόλεως (Νέας Ρώμης).

Τα Υδραγωγεία αποτελούν για τον Ρωμαϊκό κόσμο (και στα δύο τμήματα) ένα θαύμα κατασκευαστικής τεχνικής και παράδειγμα συνεχούς λειτουργίας για πολλούς αιώνες. Έχουν αποτυπωθεί στον οργανισμό τους οι γνώσεις πολλών επιστημών και έχουν εφαρμοστεί κανόνες της τοπογραφίας, της οικοδομικής, της τεχνολογίας, της υδραυλικής και της χρήσης κατάλληλων υλικών. Πέρα από το ορατό τμήμα τους, που είναι συνήθως κομψοτέχνημα αρχιτεκτονικής και επαρκές στατικά και τα υπόγεια καλυμμένα τμήματα και τα επιφανειακά είναι δομημένα με σωστό τρόπο, με αντοχές στον χρόνο, όπως είναι ορατά μέχρι σήμερα και αποκαλύπτονται από τις αρχαιολογικές έρευνες. Μετέφερε πόσιμο νερό που κάλυπτε τις ανάγκες των δημοσίων λουτρών και τις αστικές ανάγκες του πληθυσμού των πόλεων. Απαγορευόταν με πολλούς νόμους, οι οποίοι είχαν ενταχθεί στον Θεοδοσιανό και στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, η χρήση του για αρδευτικούς σκοπούς. Το υδροδοτικό σύστημα της Κωνσταντινουπόλεως αποτελούταν από τον κύριο αγωγό (κύριο υδραγωγείο), τις δεξαμενές (κινστέρνες), τα νυμφαία, τα λουτρά, δημόσια και ιδιωτικά, και με την απαιτούμενη αυτοκρατορική άδεια τμήματα δικτύου για τη λήψη ύδατος σε επιλεγμένες οικίες. Στον κύριο αγωγό εντάχθηκε και το αρχικό, υπάρχον υδραγωγείο του Αδριανού, που ήταν το κύριο υδραγωγείο του Βυζαντίου, το οποίο χορηγούσε νερό στο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου στο παλιό Βυζάντιο, στο αυτοκρατορικό παλάτι, στα λουτρά του Ζεύξιππου και στα λουτρά του Αχιλλέα. Το υδραγωγείο του Βάλη (364 – 378 μ.Χ.), από το όνομα του αυτοκράτορα που το κατασκεύασε, περίπου το 373 μ.Χ., έφθανε τα 270 χλμ. για να αυξηθεί επί του Αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ στα 494 χλμ. και το οποίο μετέφερε νερά από τα δάση της Θράκης. Ήταν το μεγαλύτερο υδραγωγείο του αρχαίου κόσμου.

Είναι πολύ χαρακτηριστική και γλαφυρή για το υδραγωγείο της Πόλης, η περιγραφή του Γρηγορίου του Ναζιανζού «… και το άπιστον τούτο έργον, ὁ ὑποχθόνιος καὶ τὸ ἀέριος ποταμός, και ο λαμπρός στύλος…» (P.G. Migne, τ.. 36. Λόγος XXXIII,).

Έφερε υπόγεια, επιφανειακά και υπέργεια τμήματα. Ήταν κατασκευασμένο από λιθοδομή με υδραυλικό κονίαμα, με διατομή θολωτή σε ορθογώνιο σε ικανοποιητικές διαστάσεις, έτσι ώστε ένας άνθρωπος περπατούσε εντός με άνεση. Στη διαδρομή του είχαν κτιστεί 90 γέφυρες οι οποίες γεφύρωναν οποιοδήποτε εμπόδιο, χαράδρες, ρέματα, ποτάμια και άλλα, το υπόγειο τμήμα του ξεπερνούσε τα 5 χλμ.

Για μήκος περίπου 50 χλμ, διέθετε δύο αγωγούς μεταφοράς.

Μεταξύ των περίπου 100 υπαρχόντων μεγάλων δεξαμενών 3 ήταν υπαίθριες μεγάλων διαστάσεων:

  • Δεξαμενή (κιστέρνα) του Άσπαρος στον 5ο λόφο, κτισμένη το 459 μ.Χ.
  • Δεξαμενή (κιστέρνα) του Αετίου στον 6ο λόφο, κτισμένη το 421 μ.Χ.
  • Δεξαμενή (κιστέρνα) του Αγίου Μωκίου στον 7ο λόφο, κτισμένη το 491 μ.Χ.

Περιγραφή Δεξαμενής (κινστέρνας) του Αετίου

Η Δεξαμενή (κινστέρνα) του Αετίου είχε κατασκευαστεί επί εποχής του Αετίου  το 421 μ.Χ. όπως βεβαιώνεται από το Χρονική του Μαρκελλίνου Κόμητος (Chronika Minora II). Υπήρξε Praefectus urbi της Κωνσταντινουπόλεως το 419 μ.Χ. και Praefectura praetorio Orientis το 425 μ.Χ., επί του  αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’ (408 – 450 μ.Χ.). Η δεξαμενή δεχόταν νερό κυρίως από το κεντρικό υδραγωγείο. Ήταν μια τεράστια υπαίθρια δεξαμενή νερού, η μεγαλύτερη της Πόλης, 300 μ. Ν.Α. της Πύλης της Αδριανούπολης (μεσαιωνική Πύλη του Χαρισίου), μέσα στα Θεοδοσιανά τείχη της Πόλης, στο άνω άκρο της κοιλάδας που χωρίζει τον 5ο από τον 6ο λόφο της επτάλοφης Πόλης. Είχε ορθογώνιο σχήμα (244 Χ 85 μ., μέσο βάθος 13 – 15 μ. και χωρητικότητα 270.000 – 310.000 κ.μ. νερού και τοίχους στο περίγραμμα της δεξαμενής πλάτους 5,20 μ. Αποτελούσε πρότυπη κατασκευή της Βυζαντινής αρχιτεκτονικής και τεχνολογίας.

Βρίσκεται στην περιοχή που σήμερα λέγεται Vefa, κατά μήκος της Fevzi Paşa Caddesi, και έχει καλυφθεί από σύγχρονες αθλητικές εγκαταστάσεις, όπως το στάδιο Vefa (Karagümrük Stadı).

Έχει υποτεθεί ότι αυτή η δεξαμενή χρησιμοποιήθηκε για να τροφοδοτεί με νερό την τάφρο των Θεοδοσιανών τειχών της Πόλης, αλλά είναι πιο πιθανό ότι ήταν μια κεντρική δεξαμενή μεγάλης χωρητικότητας, η οποία τροφοδοτούσε με πόσιμο νερό μεγάλο τμήμα της Πόλης, εξασφαλίζοντας την παροχή ύδατος και σε περιόδους ξηρασίας και σε πολιορκίες.

Τα της Τουρκίας

Σε ολόκληρη την ιστορία της Κωνσταντινουπόλεως, η βυζαντινή περίοδος ξεχωρίζει ως μία από τις σημαντικότερες, αλλά μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως μια «αποκλεισμένη» ή «παραμελημένη» φάση της Πόλης. Σήμερα, είναι δύσκολο να διακρίνει κανείς, να αναγνωρίσει και να κατανοήσει εύκολα την πολιτιστική κληρονομιά που άφησε η Βυζαντινή Κωνσταντινούπολη λόγω ποικίλων παραγόντων, όπως η έλλειψη ιστορικής και πολιτιστικής επίγνωσης, η απουσία κατάλληλης πολιτικής εκπροσώπησης και αξιοποίησης της κληρονομιάς αυτής της περιόδου, κυρίως όμως λόγω της εχθρικής πολιτικής ιδεολογίας της Τουρκικής εξουσίας.

Αυτή η κληρονομιά πρέπει να γίνει κατανοητή, να παρουσιαστεί, να προστατευθεί, να καταστεί προσβάσιμη, τόσο στις σημερινές όσο και στις μελλοντικές γενιές. Δυστυχώς οι επεμβάσεις που γίνονται από το Τουρκικό κράτος γίνονται χωρίς σωστικές ανασκαφές, χωρίς επίβλεψη από αρχαιολόγους, τουλάχιστον για τα γεωγραφικά όρια της Βυζαντινής Πόλης. Απεναντίας παρατηρούνται συνεχώς βάναυσες επεμβάσεις, με προχειρότητα οικοδομικού εργοταξίου, οι οποίες συντελούν στη σταδιακή αποδόμηση του μνημείου και στην καταστροφική αλλοίωση του περιβάλλοντος.

Όλα τα ανωτέρω υπακούουν στην αντίληψη και πρακτική του επίσημου Τουρκικού κράτους κατά την οποίαν η διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών γίνεται με όρους συνεχούς κατάκτησης.

Τα καθ’ ημάς

Παρά το θόρυβο που δημιουργήθηκε και στην Τουρκία και στην Ελλάδα για τις «βάναυσες επεμβάσεις» στην δεξαμενή του Αετίου, η πολιτική εξουσία του Υπουργείου Εξωτερικών δεν έχει αντιδράσει ως όφειλε, ούτε με μία ανακοίνωση, ούτε με Δελτίο Τύπου, ούτε με άλλο τρόπο. Παραμένει σταθερή έναντι των Τούρκων, με συνεχή διατύπωση, η προσκυνηματική στάση του Υπουργού Εξωτερικών κου Γεραπετρίτη.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η συμπεριφορά και η βάναυση επέμβαση στα Βυζαντινά μνημεία της Πόλης, εκ μέρους του Τουρκικού κράτους, εκφράζει και ερμηνεύει και την κατακτητική σύγχρονη διεθνή εξωτερική πολιτική της Τουρκίας και έναντι της Ελλάδος.

 

Δρ. Απόστολος Ε. Παπαφωτίου

Πολιτικός Μηχανικός Ε.Μ.Π.

Οικονομολόγος Ε.Κ.Π.Α.