Σάββατο, 13 Απριλίου, 2024
ΑΡΘΡΑΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ποιά Ελλάδα εννοείς;

Τριγυρίζω μέσα στο διαδίκτυο, διαβάζοντας διάφορες σελίδες που ακονίζουν τα ξίφη και καλούν τα πλήθη σε ξεσηκωμό, νεοφώτιστοι πατριώτες που προσγειώθηκαν ξαφνικά στο πλανήτη Ελλάδα, και νομίζω πως έχει ήδη ξεκινήσει επανάσταση! Οι φωνές άλλες άγριες με συνθήματα, άλλες μέσω γλαφυρότατων κειμένων, άλλες τόσο οργισμένες που νομίζεις πως ο υπολογιστής θα μυρίσει μπαρούτι. Μια αναταραχή, ένας θόρυβος που ομολογώ με συνεπαίρνει και γεννάει συνέχεια ελπίδες.



 

Βγαίνω εκτός και το τοπίο ξαφνικά είναι τόσο σιωπηλό τόσο ακίνητο που νομίζω πως πρωταγωνιστώ σε εκείνο το περίφημο επεισόδιο της ζώνης του λυκόφωτος «μα που πήγαν όλοι?»

Και τότε θυμάμαι το εξής. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια, πριν δημιουργηθεί καν σαν σκέψη στο μυαλό των αρμόδιων το μνημόνιο, εδώ σ΄αυτό το ίδιο χώμα που πατάμε τώρα ένοιωθα το ίδιο παρείσακτη, αλλόκοτη, σαν να περπατούσα σε ένα σύμπαν παράλληλο από το πλήθος που με τριγύριζε.

Κοίταζα γύρω μου ένα όργιο να εξελίσσεται κι ήμουν απέξω. Σκοτωμός για διορισμούς στο δημόσιο. Αναξιοκρατία σε κάθε επίπεδο. Μεθυσμένοι οπαδοί του δικομματισμού που κανονίζανε μπίζνες με τους βουλευτές τους, τους νομάρχες τους, τους δημάρχους τους αδιαφορώντας για το τι θα κάνει ο συγκεκριμένος ή αν έχει ικανότητα να κάνει το οτιδήποτε πέραν του να διορίσει το κανακάρη στο δημόσιο.

Εκτός από τις μεγάλες κλοπές, επικρατούσε γύρω μου κι ένα όργιο κάθε είδους άλλης «μικροκλοπής». Πέρασε καιρός να καταλάβω ότι τα μαγαζιά είχαν ταμειακές. Δεν μου έκοβε απόδειξη κανείς. Οι φίλοι μου είχαν σηκώσει όλοι ένα «σπιτάκι» όπου τους βόλευε στη πλειοψηφία φυσικά αυθαίρετα. Λαδώνανε ότι πέρναγε μπροστά τους. Εφοριακούς, γιατρούς, δικηγόρους, το παπά της ενορίας και ήταν δικτυωμένοι σε κάθε εκατοστό του χώρου που υπήρχε γύρω τους.

Ένα όργιο κατανάλωσης όπου εκεί πλέον το συναίσθημα του παρείσακτου γινόταν κραυγαλέο. Προϊόντα από τα πιο χρήσιμα μέχρι τα πιο άχρηστα στην ημερήσια διάταξη. Ταβέρνες που μόνο τα αποφάγια τους από τα κοψίδια θα μπορούσαν να ζήσουν δεκάδες φουκαριάρηδες πεινασμένους.

Από πολιτιστικό επίπεδο? Εκεί δεν ήμουν απλά εκτός , ήμουν γραφική. Με έβλεπαν να διαβάζω συνέχεια βιβλία και με θεωρούσαν προβληματική. Παρακολουθούσα κάτι ταινίες στο κινηματογράφο και στην αίθουσα μέσα ήταν άλλοι δυο – τρεις καμμένοι σαν και του λόγου μου. Ψαχούλευα την αρχαία ελληνική γραμματεία και προσπαθούσα να μάθω ότι μπορούσα μόνη μου γιατί στο σχολείο η μόνη καλή κίνηση ήταν η κοπάνα, και νομίζανε ότι είμαι ούφο… Δεν συζητάω για τις προστριβές σε οτιδήποτε προσπαθούσα να στιγματίσω και που το θεωρούσαν ιερό και όσιο οι καλοί χριστιανοί. Εκτός από παρείσακτη ήμουν και βλάσφημη… Ο αθλητισμός? Ποδόσφαιρο σε μορφή χουλιγκανισμού κι άγιος ο θεός. Η ιστορία μας ? Και ποιος νοιάστηκε?

Γενικά γύρω μου έβλεπα ανθρώπους που τα ήθελαν όλα και σε υπερβολική ποσότητα. Ευκολοχώνευτα. Χωρίς κατανάλωση φαιάς ουσίας. Άνθρωποι που δεν χόρταιναν με τίποτα και που δεν τους ενδιέφερε τίποτα περισσότερο από τη κοιλιά τους και που επί πλέον δεν έμπαιναν καν στη περιέργεια να δουν εκείνος εκεί γιατί πράγμα μου μιλάει, τι θέλει να μου πει? Κοφτά και αυθαίρετα συμπεράσματα ή αγάμητος θα είναι, η μαλάκας..

Οι λίγες εξαιρέσεις ήταν οι λεγόμενοι περιθωριακοί, άνθρωποι που ξέφευγαν από τη μαζική αποχαύνωση και κινόντουσαν σαν σκιές σε μικρόκοσμους που απαξίωναν οι καθως πρέπει κανίβαλλοι της ομαδικής πρέζας του πλαστικού χρήματος και της ασυνειδησίας. Γιατί δεν μπορούσες να μην έχεις θεό το αυτοκίνητο, το ποδόσφαιρο, τα μπουζούκια, τις λουλουδουδες, τις φτηνο-καψούρες, το έτσι σου και το αλλιώς σου, για να μην τα έχεις για θεούς θα πρέπει κάποια βιδίτσα να σου έλειπε ή απλά να μην είχες την ικανότητα για να τα αποκτήσεις. Ήταν τότε που οι άνθρωποι χωρίζονταν σε δυο κατηγορίες, οι προκομμένοι και οι ανεπρόκοποι, το σύνδρομο της θείτσας που κοίταζε σουφρώνοντας τα χείλια ότι δεν έμπαινε στα κουτάκια του περιορισμένης αντίληψης εγκεφάλου της.

Η διαφορετική φωνή τότε, τους καιρούς της καλοπέρασης ήταν από κουραστική μέχρι εκνευριστική. Και σίγουρα άχρηστη και όχι κερδοφόρα. Υπήρχε ανάγκη να σπουδάσεις για να κερδίσεις όχι για να μορφωθείς. Να μάθεις να ελίσσεσαι σε ρυθμούς κουτοπονηριάς κι όχι καλλιέργειας.

Έλα ρε μαλάκα να το ρίξουμε έξω….

Αναρωτιέμαι λοιπόν σήμερα που οι καιροί της καλοπέρασης πέρασαν, και μέσα μου ελπίζω πως ίσως τώρα αρχίσουν να φαίνονται οι αλήθειες και τα ψέματα, όλοι εκείνοι οι αδιάφοροι για το ήθος, κάλος, αρετή, δικαιοσύνη, αξιοκρατία, και άλλα «ανιαρά» παρεμφερή, τα έχουν συνειδητοποιήσει τώρα μονομιάς σαν να ήρθε η φώτιση εκ των ουρανών?Η απλά έχουν μείνει σε κατάσταση σοκ για ότι συμβαίνει γύρω τους λες και προσγειώθηκαν σε νέα γη, λες και δεν υπήρξαν δημιουργοί οι ίδιοι αυτού που ονομάζουν σήμερα κράτος σκουπίδι.

Δεν έχουν αλλάξει στο παραμικρό, ίδιοι είναι και σε νοοτροπίες και σε αντιλήψεις και σε επιθυμίες και σε όνειρα και σε πνευματικό επίπεδο αλλά απλά τα πήραν στο κρανίο γιατί μειώθηκε η στοίβα με τα παϊδάκια. Το ίδιο προσκυνάνε σώβρακα, φανέλες και καντήλια, το ίδιο ψηφίζουν, τα ίδια κάνουν στη καθημερινότητα αλλά με το λουρί σφιγμένο και τη γλώσσα έτοιμη να γλύφει πάλι για να πάρουν τη δόση τους, αλλά οι νταβατζήδες τους δεν τους έχουν πια ανάγκη. Το μπουρδέλο λειτουργεί πλέον χωρίς να έχει ανάγκη τις πουτάνες του. Ξεπουλιέται ερήμην τους στο μεγάλο παζάρι με συνοπτικές διαδικασίες.

Αναρωτιόμαστε πολλοί εδώ μέσα μα που πήγαν όλοι, αλλά όλοι εδώ είναι και η μόνη επιθυμία που ονειρεύονται είναι πως με τη βοήθεια του θεού τους που τον ασημώνουν και του ανάβουν λαμπάδες για να τον λαδώσουν, θα σκαπουλάρουμε τη κρίση και να βρεθούμε πάλι να χορεύουμε ανέμελοι τα τσιφτετέλια μας. Δεν ξέρω πόσοι έχουν αλλάξει το ραγιά που υπήρχε μέσα τους. Πόσοι έχουν σκοτώσει το χαφιέ, το μαυραγορίτη ή το δοσίλογο. Πόσοι έχουν κόψει σχέσεις με τη ρηχή, ανούσια και απαίδευτη προσωπικότητά τους και θέλουν να προσχωρήσουν στις τάξεις των παρείσακτων, ξενέρωτων, μη κερδοφόρων πολιτών, των ανεπρόκοπων και ανυπότακτων, και να αποδεχτούν πως υπάρχουν άλλοι τρόποι να μετράς τη ζωή και την ύπαρξή σου.

Που πήγαν όλοι?
Πιθανά βρίσκονται ακόμα εκεί που πάντα ήταν. Απλά φτωχότεροι, τσαντισμένοι και σε πλήρη σύγχυση αν για όλα φταίνε εκείνοι ή οι άλλοι.

Φοβάμαι να ακολουθήσω κάποιο από τα νέα ρεύματα γιατί περιέχει εκείνη την αισιόδοξη φράση «πάμε όλοι μαζί»

Κι εγώ ήμουν πάντα εκτός, σε όλο το καραγκιοζιλίκι που παιζόταν γύρω μου. Για να πάμε όλοι μαζί πρέπει στο ελάχιστο να έχουμε πλησιάσει τις συνειδήσεις μας και όχι σε επίπεδο προσωρινό, μέχρι να βγάλουμε την άκρη. Πρέπει να βλέπουμε το κόσμο με μια ελάχιστη κοινή αντίληψη. Γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να παλεύουμε μαζί αλλά ο σκοπός ο δικός σου να είναι να πάρεις πίσω το τζιπάκι που σου πήρε η εφορία, αλλά ο δικός μου να σε πείσω να μην έχεις ανάγκη το τζιπάκι….

Οπότε έχουμε πρόβλημα.

Το ωραίο είναι πως όταν θα σου τα πω όλα αυτά αγαπητέ μου συμπολίτη θα μου πεις, μα έχουμε κάτι κοινό την αγάπη για τη πατρίδα.

Εκεί είναι η μεγαλύτερη λούμπα. Ναι ίσως αγαπάμε κι οι δυο τη πατρίδα μας. Αλλά σε ποια μορφή? Γιατί εγώ μπορεί να την ονειρεύομαι σαν αρχαία Καρυάτιδα που σηκώνει τα χέρια προς τον ήλιο κι εσύ σαν εκρηκτική τσιφτετελού που της αραδιάζουν λουλούδια και σαμπάνιες. Μπορεί και να αγαπάμε γυναίκες που έχουν ίδιο όνομα αλλά δεν μοιάζουν σε τίποτα.

Οπότε πάλι το χάνουμε το τρένο. Έτσι δεν είναι ?

Συνήθης Ύποπτος