Καρούζος: Παράνομη η πληρωμή των rapid test από τους εργαζόμενους

Ερωτηματικά και νέα δεδομένα στην αγορά εργασίας δημιουργεί η απόφαση της κυβέρνησης να θεσμοθετήσει νέα μέτρα κατά των ανεμβολίαστων εργαζόμενων σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, ειδικά όσον αφορά την πληρωμή των rapid test από τους ίδιους.

Όπως αναφέρει στο «Mononews»ο δικηγόρος- εργατολόγος Γιάννης Καρούζος δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιοπολιτικά ορθό να αναλαμβάνει το κόστος διενέργειας των διαγνωστικών εξετάσεων οι εργαζόμενοι, είτε είναι εμβολιασμένοι είτε όχι, μιας και, αφενός ο εργοδότης είναι εκείνος που επωφελείται από την εργασία τους. Μάλιστα, η υιοθέτηση αυτής της πρακτικής παραβιάζει το άρθρου 43 παρ. 10 Ν. 3850/2010 του Κώδικα για την υγεία και την ασφάλεια όπου ορίζεται ότι «τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων».




 

Την ίδια στιγμή, ανοίγει ο δρόμος για καταγγελίας συμβάσεων εργασίας ανεμβολίαστων στον ιδιωτικό τομέα σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που εμποδίζεται η εύρυθμη λειτουργία τους. Σύμφωνα με τον κ. Καρούζο, σε κάθε περίπτωση η νομιμότητα της ενδεχόμενης άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας είναι αρμοδιότητα των δικαστηρίων.

Σύμφωνα με τον δικηγόρο- εργατολόγο, «Οι ανακοινώσεις για την διενέργεια των rapid tests θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε νομοσχέδιο, το οποίο να κατατεθεί στη Βουλή, έπειτα να ψηφιστεί και ακολούθως να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ώστε να έχουν την ισχύ νόμου. Είναι προφανές ότι οι αποφάσεις επιδρούν άμεσα στις εργασιακές σχέσεις, καθώς αυτές, όταν αποκτήσουν ισχύ νόμου, δημιουργούν ex lege υποχρέωση σε εργαζομένους τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα.

Επί της παρούσης επικεντρώνεται η προσοχή στο χώρο του ιδιωτικού τομέα και εξετάζεται από νομική άποψη τόσο το περιεχόμενο της υποχρέωσης διενέργειας εργαστηριακού rapid test αντιγόνου κάθε εβδομάδα  όσο και οι έννομες συνέπειες στην περίπτωση αθέτησής της.
Από τη μια πλευρά προβληματίζει έντονα ότι οι ανεμβολίαστοι εργαζόμενοι, όχι μόνο υποχρεώνονται μία ή δύο φορές, ανά περίπτωση, κάθε εβδομάδα να υποβάλλονται σε εργαστηριακό τεστ σε ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, αλλά οφείλουν να αναλαμβάνουν και το οικονομικό κόστος αυτών. Δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιοπολιτικά ορθό να αναλαμβάνει το κόστος διενέργειας των διαγνωστικών εξετάσεων οι εργαζόμενοι, είτε είναι εμβολιασμένοι είτε όχι, μιας και, αφενός ο εργοδότης είναι εκείνος που επωφελείται από την εργασία τους και αφετέρου το περιεχόμενο της υποχρέωσης αυτής αντίκειται ευθέως στη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 10 Ν. 3850/2010 του Κώδικα για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία ρητά προβλέπεται ότι «τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων».

Από την άλλη πλευρά, η μη ανταπόκριση του ανεμβολίαστου εργαζομένου στην παραπάνω υποχρέωση έχει επιπτώσεις σε συμβατικό επίπεδο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η εργοδοτική πλευρά μπορεί να προβεί σε μείωση μισθού για την ημέρα ή τις ημέρες εργασίας, στις οποίες ο ανεμβολίαστος εργαζόμενος δεν ανταποκρίνεται στην υποβολή του προαναφερόμενου διαγνωστικού ελέγχου.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, και η περίπτωση που ο εργοδότης, διαβλέποντας τη μη δυνατότητα απασχόλησης του ανεμβολίαστου εργαζομένου σε άλλη θέση εργασίας και τη δημιουργία εξ’ αυτού του γεγονότος σοβαρής δυσλειτουργίας στην επιχείρηση, να προβεί στην άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είτε τακτικής, αν αφορά σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, είτε έκτακτης, αν αφορά σε σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για σπουδαίο λόγο. Σε κάθε περίπτωση η νομιμότητα της ενδεχόμενης άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας είναι αρμοδιότητα των δικαστηρίων».

Όπως επισημαίνει ο κ. Καρούζος, «Αξιολογώντας το περιεχόμενο των ανακοινώσεων του κ. Υπουργού Υγείας δε μας βρίσκει σύμφωνους η υποχρέωση των ανεμβολίαστων εργαζομένων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα να υποβάλλονται τόσο συχνά σε διαγνωστικές εξετάσεις για COVID-19 και μάλιστα να αναλαμβάνουν οι ίδιοι το κόστος αυτών. Θεωρούμε ότι ειδικά οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα θα πρέπει πρωτίστως να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες για την προσαρμογή της λειτουργίας των επιχειρήσεών τους στη σοβαρή υγειονομική κρίση. Αυτό σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση θα πρέπει να δημιουργεί δικά της υγειονομικά πρωτόκολλα λειτουργίας, τα οποία να συμβαδίζουν με την κείμενη νομοθεσία.

Για την επίτευξη αυτού του εγχειρήματος καίρια είναι η συμβολή και του γιατρού εργασίας για τις επιχειρήσεις που απασχολούν ετησίως άνω των 50 εργαζομένων αλλά και η σύμπνοια ανάμεσα στον εργοδότη και στα επιχειρησιακά σωματεία των εργαζομένων. Θα πρέπει να καλλιεργείται πνεύμα συλλογικής ρύθμισης των θεμάτων που απασχολούν τη λειτουργία της επιχείρησης.

Αναφορικά με το ζήτημα της αντιμετώπισης του ευαίσθητου θέματος των ανεμβολίαστων εργαζομένων η παρότρυνση για εμβολιασμό οφείλει να είναι κύριο μέλημα της εργοδοτικής πλευράς. Αυτό μπορεί να συμβεί με την πλήρη ενημέρωση των ανεμβολίαστων εργαζομένων και τη διασκέδαση των ενδεχόμενων επιφυλάξεών τους για τον εμβολιασμό κατά του COVID-19.

Εν κατακλείδι, αν η Πολιτεία θεωρήσει σκόπιμη την παρέμβασή της στο εργασιακό γίγνεσθαι, αυτή θα πρέπει να γίνει, όχι με αποσπασματικό τρόπο, αλλά με συστηματικό τρόπο αναμορφώνοντας τον Κώδικα για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων (Ν. 3850/2010)».