Στο Κελί – Άναρχες Σκέψεις

Πήρα τον κακό το δρόμο και την εύκολη ζωή, ήρθα κόντρα με το νόμο ξαφνικά ένα πρωί…

Μια αυλή που στο κέντρο της έχει μια λεμονιά καταπράσινη, γεμάτη καρπούς. Κάπου ψηλά ανάμεσα στα τσιμεντένια κουτιά ένα κομμάτι ουρανός. Στο ένα δωμάτιο το ασυμπτωματικό κρούσμα, στο άλλο δωμάτιο η ασυμπτωματική επαφή. Ανάμεσα ένας αόρατος τοίχος φόβου. Ερχονται κατ΄ευθείαν στο μυαλό, όσα σου έχουν χώσει με το φτυάρι 2 χρόνια, και λες δεν μπορεί, μάλλον, ίσως, υποθέτω.. είμαι άρρωστος. Διάφορες φωνές γεμίζουν την ατμόσφαιρα. Εικόνες από σύριγγες, γάζες, αίματα, σωλήνες, ανθρώπους που υπέφεραν μόνοι, στην απόλυτη μοναξιά και πέθαναν χωρίς ένα χέρι να τους δώσει ένα χάδι. Εικόνες από άλλους που δεν υπέφεραν τίποτα αλλά η ψυχή τους βυθίστηκε σε ένα ποτάμι τρόμου. Αλλους που αγνόησαν τα πάντα, δεν πίστεψαν τίποτα και το μόνο που τους συντροφεύει είναι η ευχή των τρομαγμένων “θα έρθει και η δική σου ώρα”. Αλλους που ένοιωσαν μια στιγμιαία ανακούφιση πριν τους πάρουν πάλι το χαλί από τα πόδια, πως έκαναν το καθήκον τους απλώνοντας ήσυχα το μπράτσο.



Ατελείωτες μέρες ζωής θυσιασμένες στο βωμό της αρρώστιας. Μια αρρώστια που εξαφάνισε κάθε άλλο φόβο. Εξαφάνισε κάθε άλλη ευκαιρία για συζήτηση για σκέψη. Πήρε έτσι χωρίς κόπο, την ανθρώπινη κοινωνία σαν ένα ύφασμα χύμα και το έραψε ακριβώς στα μέτρα της, χωρίς να αφήνει ούτε ένα μικρό στριφωματάκι να χωρέσει έστω μια βελονιά διαφορετικότητας. Μια ανθρώπινη κοινωνία που έμαθε να ανέχεται κάθε ανοησία, κάθε ψέμμα, κάθε βιασμό στο σώμα της, σαν να ήταν από πάντα έτοιμη να γίνει το θύμα σ΄ένα απόλυτα σαδιστικό παιχνίδι. Ηταν σαν να είχε μοναδικό όνειρο να είναι ο δούλος κάποιου αφέντη και μόλις δέχτηκε το κάλεσμα, άρπαξε τις αλυσίδες και κλειδώθηκε χωρίς καν να χρειαστεί να παρέμβει ο δεσμοφύλακας.

Αλλοι το ονόμασαν ομαδική ψύχωση, άλλοι φυσική συμπεριφορά σε ένα ανίκητο εχθρό, άλλοι κράτησαν τα λογικά τους, αλλά το άμορφο πλήθος τους χτύπαγε από κάθε μεριά, εκτοξεύοντας πάνω τους την ασχήμια της παράνοιας. Δεν μπορούσε κανείς να ξεφύγει, παρά μόνο αν μεταμόρφωνε τον εαυτό του, όπως τον ήρωα στον ΤΑΞΙΔΙΩΤΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ, που δεμένος με τα πιο απάνθρωπα δεσμά, κατάφερε να αφήσει τη σάρκα του παιχνίδι στα χέρια των βασανιστών του, κι εκείνος ταξίδεψε εκεί που κανείς δεν θα μπορούσε να τον φτάσει. Οι τύραννοι που δεν μπορούν να ονειρευτούν σκοπό άλλο δεν έχουν παρά να κλέψουν τα όνειρα των ανθρώπων όπως ΣΤΗ ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΧΑΜΕΝΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ.

Αυτό που ζούμε είναι η εκπαίδευση στην κοινωνία την μετα ανθρώπινη, όπου τίποτα δεν θα είναι όπως πριν.. μαθαίνουμε να είμαστε ο μοναδικός κάτοικος ενός κελιού χωρίς κάγκελα γιατί δεν χρειάζονται. Είμαστε ο ισοβίτης που γερασμένος και με χαμένο το μυαλό από χρόνια και χρόνια φυλακής, βλέπει τη πόρτα του κελιού ανοικτή, αλλά δεν βγαίνει… γιατί δεν έχει ιδέα τι να κάνει εκεί έξω. Δεν θυμάται πως είναι η ζωή, δεν θυμάται αν κάπου είναι το σπίτι του, αν ζουν ακόμα οι άνθρωποι που αγαπούσε, δεν θυμάται πως είναι να αναπνέεις ελεύθερος και μένει εκεί να κοιτάζει τη πόρτα χωρίς επιθυμία να βγει..

Η αρρώστια υπάρχει, όπως αύριο θα υπάρξει κι άλλη μεγάλη φρίκη, και μεθαύριο κι άλλη μια ακόμα, όπως σε ένα βίντεο παιχνίδι. Μόνο που δεν είσαι ο πρωταγωνιστής, είσαι ο στόχος. Ο στόχος που πάνω του πετάνε τα βελάκια τους άνθρωποι διεστραμένοι με μηδενική ενσυναίσθηση. Σειριακοί δολοφόνοι που βασανίζουν με επιμέλεια το θύμα τους. Μαθαίνεις σιγά σιγά στα χέρια τους πως όσο αντιστέκεσαι τόσο πιο πολύ θα πονέσεις, ενώ αν μείνεις ήσυχος μπορεί και να μάθεις να απολαμβάνεις τις δοκιμασίες. Αρκεί να λες ΝΑΙ.

Είναι περίεργο τι ιδέες μπορεί να προκαλέσει η θέα μια λεμονιάς.

Μια κλειστή μικρή αυλή χαμένη στη τσιμεντούπολη.

Ενας εγκλεισμός για το τίποτα.

Ενας φόβος χωρίς αιτία.

Μια υποψία θανάτου με τη ζωή να οργιάζει ελεύθερη.

Τρέμεις τη διασωλήνωση, την ανάσα που χάνεται, τη μοναξιά ενός θαλάμου με λευκές μπλούζες, τους αγαπημένους που μπορεί να τους κάνεις κακό, την αδυναμία να τα βγάλεις πέρα με ένα αόρατο θηρίο, τρέμεις μήπως η κάθε σου απόφαση σου στοιχίσει τη ζωή, μεταφράζεις κάθε τι με γνώμονα τις επαναλαμβανόμενες απειλές των δεσμοφυλάκων.

Εχεις σκεφθεί που θα οδηγήσει όλο αυτό? Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτό το σαδιστικό παιχνίδι?

Εχεις σκεφθεί πως έχεις να κάνεις με ανώμαλους, που όταν τα δώσεις όλα, κάνεις τα πάντα, για να σωθείς, θα ανακαλύψεις πως τίποτα δεν έσωσες γιατί τα έχασες όλα?

Υπάρχει κάτι πολύτιμο που δεν το διαφημίζει το κουτί προπαγάνδας που έχεις τοποθετήσει σε κάθε γωνιά του σπιτιού. Λέγεται μυαλό και είναι ένα πολύπλοκο σύστημα νευρώνων που ΚΑΝΕΙΣ δεν θα επιτρεπόταν να μπει μέσα, αν δεν εσύ δεν του άνοιγες τη πόρτα. Εχουν χτίσει ένα τερατώδες οικοδόμημα, που βασίζεται όλο στην ασυδοσία να παραβιάζουν συνέχεια αυτή τη πόρτα, από την ώρα που ανοίγεις τα μάτια σου σ΄αυτό το κόσμο.

Δεν μπορείς να τους εμποδίσεις να μπαίνουν. Μπορείς όμως να τους επιβάλλεις να φύγουν. Απειλώντας τους με μια φράση που δεν μπορούν να ανεχτούν και σεληνιάζονται. ΔΕΝ ΣΕ ΦΟΒΑΜΑΙ, ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ.

fantastikeskatastaseis