Δικαστική “καμπάνα” σε τράπεζα για διαβίβαση προσωπικών δεδομένων σε εισπρακτική εταιρεία

Δικαίωση σε δανειολήπτρια που άσκησε προσφυγή για την διαβίβαση προσωπικών της δεδομένων από τράπεζα σε εισπρακτική εταιρεία έφερε η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η προσφεύγουσα είχε συνάψει καταναλωτικό δάνειο ύψους 6.500 ευρώ. Για την έγκριση του είχε χορηγήσει στην τράπεζα προσωπικά δεδομένα, τα οποία ήταν αναγκαία. Μεταξύ άλλων, γνωστοποίησε σε αυτήν το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την ημερομηνία γέννησης, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας, τη διεύθυνση κατοικίας και εργασίας, τον αριθμό σταθερού τηλεφώνου οικίας, εργασίας και κινητού τηλεφώνου, το επάγγελμα, την οικογενειακή κατάσταση, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, καθώς και την υπηκοότητα της.



 

Στη συνέχεια δεν κατέβαλε το απαιτούμενο ποσό της εκάστοτε δόσης. Στην αρχή έδινε έναντι της προβλεπόμενης οφειλής της και κατόπιν σταμάτησε να καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό. Η οφειλέτρια απηύθυνε με σχετική αίτηση προς την τράπεζα αίτημα περί διακανονισμού της οφειλής, αίτημα που επανέλαβε και άλλες δύο φορές, χωρίς να λάβει απάντηση.

Αντιθέτως, η τράπεζα στο πλαίσιο της αξίωσης της για την αποπληρωμή του δανείου, ανέθεσε σε ανώνυμα εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών μετά από μεταξύ τους σύμβαση να ενημερώσει την οφειλέτρια για τη ληξιπρόθεσμη απαίτηση, προκειμένου η εταιρεία να την εισπράξει. Η τράπεζα διαβίβασε στην εταιρεία ενημέρωσης οφειλετών και τα προσωπικά δεδομένα της υπόχρεης του δανείου, τα οποία είχε συλλέξει κατά την κατάρτιση της σύμβασης.

Οι οχλήσεις από την εισπρακτική
Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, η δανειολήπτρια άρχισε να λαμβάνει τηλεφωνήματα από υπαλλήλους της εισπρακτικής εταιρείας. «Το τελευταίο χρονικό διάστημα, εξαιτίας αυτής της οφειλής, δέχεται συνεχείς τηλεφωνικές οχλήσεις από τη δεύτερη εναγομένη. Ότι, όταν έλαβε την πρώτη τηλεφωνική όχληση από τη δεύτερη εναγομένη, αιφνιδιάστηκε, καθώς μέχρι τότε αγνοούσε την ύπαρξη της, και ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από την πρώτη εναγομένη (σ.σ. τράπεζα) για τη μεταβίβαση των προσωπικών της δεδομένων στη δεύτερη εξ αυτών.

Ότι την καλούσαν στο τηλέφωνο προστηθέντες της δεύτερης εναγομένης (σ.σ. εισπρακτικής εταιρείας) λέγοντας της ότι ενεργούν κατ’ εντολή της πρώτης εναγομένης και ότι της ζητούσαν να τους επιβεβαιώσει την ταυτότητα της με τα στοιχεία του ηλεκτρονικού υπολογιστή που είχαν μπροστά τους, προκειμένου στη συνέχεια να την ενημερώσουν για τη ληξιπρόθεσμη οφειλή της προς την πρώτη εναγομένη με βάση τη σύμβαση δανείου. Ότι από την πρώτη φορά που την κάλεσαν, παραπονέθηκε πολλές φορές τηλεφωνικά προειδοποιώντας τους να σταματήσουν την παράνομη συμπεριφορά τους και να διαγράψουν τα προσωπικά της δεδομένα από τα αρχεία τους» ανέφερε μεταξύ άλλων στην προσφυγή της.

Προσέθετε δε «ότι οι παραπάνω παράνομες ενέργειες και παραλείψεις, της έχουν προκαλέσει μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή, καθώς απόρρητα προσωπικά της δεδομένα έχουν ανακοινωθεί και διαρρεύσει χωρίς δική της ενημέρωση. Ότι επιπλέον οι υπάλληλοι της δεύτερης εναγομένης την αντιμετώπιζαν ως ένα άτομο αφερέγγυο, ανειλικρινές και ανυπόληπτο, γεγονός που προσβάλει περαιτέρω την προσωπικότητα της και της προκαλεί τεράστιο ψυχικό άλγος και οργή. Ότι οι πιο πάνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων προσέβαλαν την προσωπικότητα της και της προκάλεσαν σημαντική ηθική βλάβη, καθώς προσωπικά της στοιχεία, απόρρητα κατά τον νόμο, διέρρευσαν σε τρίτους χωρίς την συγκατάθεση της. Ότι για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί πρέπει να λάβει χρηματική ικανοποίηση».

Η απόφαση του Δικαστηρίου
Για παράνομη και αντισυμβατική διαβίβαση προσωπικών δεδομένων κάνει λόγο η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, επισημαίνοντας πως αυτή «έλαβε χώρα από υπαιτιότητα της ίδιας της τράπεζας, καθώς αυτή όφειλε να γνωρίζει ως τράπεζα με οργανωμένο νομικό τμήμα την πιθανότητα να επέλθει βλάβη στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη και δη ότι η αιφνίδια όχληση της από την εταιρεία αυτή χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της θα της προκαλούσε αιφνιδιασμό, ψυχική αναστάτωση, θυμό και αγανάκτηση, όπως και πράγματι έγινε στην προκειμένη περίπτωση (άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2479/1997), σημειουμένου, άλλωστε, ότι, ενώ όπως προαναφέρθηκε, η υπαιτιότητα της εναγομένης τράπεζας τεκμαίρεται, η τελευταία δεν απέδειξε ότι ανυπαιτίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος της πραγματικά γεγονότα, ως έδει, για να απαλλαγεί από την ευθύνη της κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη».

Και καταλήγει: «Επομένως, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη εκκαλούσης προσβλήθηκε παράνομα η προσωπικότητα της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης και προκλήθηκε σε αυτήν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 5.869.40 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο με βάση τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος». Ορίζει μάλιστα πως η καταβολή πρέπει να γίνει «με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση».

Πηγή: dikastiko.gr