Α.Γ Καλλής: Ο τελευταίος θαμώνας του καφενείου της ”Γούβας” στην Νεμέα δεν είναι πια εδώ

Πέφτουν τα φύλλα από τα δέντρα, αδειάζουν οι δρόμοι, φεύγουν οι άνθρωποι, μένουν οι θέσεις αδειανές σε μια γειτονιά που κάποτε έσφυζε από ζωή..
Τα σιδερένια ρολά των μαγαζιών μόνιμα κατεβασμένα από κάποια τελευταία μέρα κάποιου περασμένου έτους, μια βιτρίνα σταματημένη στο χρόνο θλιμμένα κοιτάει το σύντομο πέρασμα μιας ζωής πού δεν περιμένει να καταλάβεις, να κατανοήσεις, να αισθανθείς λίγο παραπάνω τη χαρά πού συνειδητοποίησες στα ενδιάμεσα , μακριά απ’ τη μάχη, όταν μέσα στο μυαλό σου έχουν πια όλα κατασταλάξει.




 

Σ αυτή τη μικρή πλατεία λοιπόν, έξω από το κλειστό καφενεδάκι του κυρ Νίκου του ”σβήστα” ενός επίγειου αγγέλου πού πέταξε πριν από χρόνια, έβαζε μέχρι τα χθες την καρεκλίτσα του σιγά σιγά ο Τάκης και παρατηρούσε τούς ανθρώπους πού πέρναγαν άλλοτε αργά κι άλλοτε γρήγορα .
Όσους αναγνώριζε τους φώναζε να πάνε κοντά να θυμηθεί τα παλιά του, τότε πού με το φορτηγό του ταξίδευε σ όλη την Ελλάδα μεταφέροντας εμπορεύματα ,τότε που η ζωή του έτρεχε πάνω στις ρόδες τού μεγάλου αυτοκινήτου που έμοιαζε με τα όνειρα του … ακανόνιστα ,ελεύθερα ,
ασυμβίβαστα όπως είναι τα όνειρα όλων των νέων πού θέλουν να γευτούν τη ζωή μέχρι την τελευταία της σταγόνα.

Δεν την φοβόταν τη ζωή ο Τάκης ,τουναντίον την λοιδορούσε την περιέπαιζε, την μαχόταν σαν ίσος προς ίσον παρά τις δυσκολίες μίας μεταπολεμικής Ελλάδας πού ήθελε για τούς περισσότερους να ξεκινούν όλα από την αρχή μέσα από δρόμους άνισους ,δύσβατους, αδιέξοδους.
Όχι μόνο δεν τη φοβόταν, αλλά και την αγαπούσε .Ξεχύνονταν σαν αέρας ,σαν ποτάμι μετά από καταιγίδα στους ατέλειωτους δρόμους γράφοντας χιλιόμετρα διαδρομής με το φορτηγό την μεγάλη του αγάπη πριν να γνωρίσει την πραγματική αγάπη στο πρόσωπο μιας όμορφης και δραστήριας κοπέλας, της Άννας πού τού στάθηκε σε κάθε του βήμα ,σε κάθε του κακοτοπιά .

Τον στήριζε ,τον προσγείωνε, τον προσανατόλιζε ,μα το πιο σημαντικό απ’ όλα τού χάρισε δύο όμορφα παιδιά πού συνδύαζαν τον δυναμισμό ,την καρτερικότητα ,την ευστροφία ,την καλοσύνη αλλά και την αγάπη για ζωή ,χαρακτηριστικά και των δύο .Κράτησε χρόνια η ευτυχία ,φως , χαμόγελα, ζωή πού λες θα κράταγε αιώνια, μα αρρώστησε η Άννα κι έφυγε μια μέρα αφήνοντας τον με τις αναμνήσεις του να ταξιδεύει νοερά στους δρόμους τής ψυχής του πάνω στο φορτηγό του πού είχε κι αυτό πια γεράσει ,βλέπεις ο χρόνος ορίζει πράγματα και ανθρώπους χωρίς να σέβεται, χωρίς να σκέφτεται, χωρίς να λυπάται…
Παρηγοριά του τώρα πια τα παιδιά του, τα εγγονάκια του, οι φίλοι απ’ τα παλιά πού περνούσαν από μπροστά του σαν τις σκιές κάτω απ’ τον ήλιο…
Είχε πια βαρύνει ,τα πόδια του δεν κρατούσαν την δύναμη τής ψυχής του, τα παλιά του όνειρα είχαν γίνει ασήκωτα ,είναι η στιγμή στη ζωή τού ανθρώπου πού τα θέλω συγκρούονται με τα μπορώ ,τα δικά σου πρέπει με τα δεν πρέπει των άλλων.

Κάθε πρωί λοιπόν έπαιρνε την καρεκλίτσα του και σιγά σιγά την μετέφερε στο απέναντι από το σπίτι του πεζοδρόμιο ,στον περίβολο τού παλιού κλειστού καφενείου .
Φώναζε όποιον περνούσε και αναγνώριζε ,μοιραζόταν για λίγο έστω φευγαλέα με αυτόν τον περιστασιακό επισκέπτη του τις μνήμες του ,τα καλά νέα απ’ τα παιδιά του πού είχαν προκόψει και τον αγαπουσαν ,τα νέα τής πόλης, τής γειτονιάς του μέχρι να φτάσει το μεσημέρι .
Όλα ήταν καλά ,όλα είχαν γίνει όπως έπρεπε ,όμως στη ζωή πάντα θα υπάρχει ένα όμως πού θα στοιχειώνει την κάθε μέρα κι αυτό το …όμως ,ήταν δυσβάσταχτο …το στήριγμα του ,το συντροφάκι τής ζωής του δεν ήταν πια εκεί.. τον περίμενε σε μιαν άλλη γειτονιά να μοιραστούν ξανά αυτά πού τούς είχαν ενώσει στα δύσκολα ,στα εύκολα ,στα αδιάφορα και τα συνηθισμένα…

Έριξε μια τελευταία ματιά …τα άφηνε όλα εντάξει όπως τα είχε φανταστεί κάποτε στην καμπίνα τού φορτηγού του…έγειρε το κεφαλάκι του και ελευθέρωσε την ψυχή του…η Άννα του , τα αγαπημένα του αδέρφια ο Βασίλης ,ο Άγγελος τον περίμεναν…μαζί με τούς γονείς τους και τον κυρ Νίκο απ’ το παλιό καφενείο…είχε τόσο φως…τόσοι άγγελοι μαζί…είχαν να πουν τόσα πολλά…
Στον περίβολο τού παλιού κλειστού καφενείου δεν θα δείτε ξανά τον Τάκη τον φίλο μας …έφυγε…έφυγε για πάντα με το φορτηγό του ονείρου στους δρόμους του 60….
Καλό ταξίδι Τάκη….άλλο ένα κάθισμα θα μείνει αδειανό…. στην μικρή μας την πλατεία…

Υ.Γ Ως μουσική υπόκρουση στο κείμενο μου αυτό, επιλέγω από τον δίσκο τού Μάνου Χατζιδάκι 15 Εσπερινοί το Νο 11 : Ο Κυρ – Αντώνης