Φωτάκια στα μπαλκόνια

ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ

Πολλά φωτάκια!
Εκατοντάδες, χιλιάδες.
Πολύχρωμα!
Μπαλκόνια φτωχικά.
Σπίτια υποθηκευμένα, παγωμένα.
Μια μεγάλη τηλεόραση δεσπόζει στο σαλόνι και σ’ ένα τοίχο μια μεταξοτυπία από την εποχή που θα μπορούσαν τα πράγματα να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά.



 

Άνθρωποι υποσιτιζόμενοι, στερημένοι, απέλπιδες και παρατημένοι.
Χωρίς όνειρα, συγκινήσεις, ιδέες, ιδανικά, πάθος, παρόν.
Νέα παιδιά με το «αύριο» προδιαγεγραμμένο στην καταχνιά του συστήματος που αφαιρεί τη ζωή τους, ανήμπορα να εστιάσουν κάπου ώστε να λάμψει το βλέμμα τους.
Που και πού κάποια σημαία χρονίζουσα άνευ λόγου, να κρέμεται περίλυπη στον ιστό λες κι επιμένει πως η… Αττική είναι ελληνική.
Σημαία δανεική κι αυτή. Από την Βρετανική Εταιρία Ανατολικών Ινδιών. Πόσα εκατομμύρια αλυσοδεμένων σκλάβων να την κοίταξαν με τρόμο πριν τους κάνουν τροφή στις ορέξεις των αδηφάγων αυτοκρατοριών τους;
Κάθε μπαλκόνι αναβοσβήνει σε δικό του χρώμα και μοτίβο.
Ένας… θόρυβος θλίψης, άνευ νοήματος.
Το κάνουν κι οι πυγολαμπίδες αυτό αλλά έχουν λόγους. Και καταφέρνουν – ανάλογα με τον λόγο να συντονίζονται αριστοτεχνικά.
Στα μπαλκόνια των ανθρώπων απλώς αναβοσβήνουν άναρχα.
Φωτάκια που καλούν και προσμένουν τον χριστιανικό εξορκισμό της μεγάλης νύχτας του χειμερινού ηλιοστάσιου, της νύχτας που γεννιούνται θεοί.
Έτσι είναι.
Στο σκοτάδι γεννιούνται οι θεοί. Κι όσο πιο πυκνό και περισσότερο διαρκεί τόσο πιο πολλοί κι από δαύτους.
Σε λίγο ξημερώνει.
Τα φωτάκια θα υποχωρήσουν στο φως της ημέρας.
Κανένα «μπαμ» δεν διέκοψε κι αυτή τη νύχτα τον λήθαργο δίχως όνειρα.
«Άλλη μια μέρα δίχως σκοπό» υπενθυμίζουν οι καμπάνες.
Ξυπνάνε οι προλετάριοι.
Τρέχουν για το φιλοδώρημα που τους το βάφτισαν μισθό.
Για το επίδομα των… τεμπέληδων.
Κάποιος στο βράδιασμα δεν θα γυρίσει.
Γλίστρησε απ’ τη σκαλωσιά, τον σκότωσε η «σκουπιδιάρα», έπαθε ηλεκτροπληξία, άλλος απόκαμε στον διάδρομο του νοσοκομείου… ένα παιδί τινάχτηκε στον αέρα στο σχολείο του, ένα άλλο το δολοφόνησαν οι μπάτσοι… πολλά άλλα πεινάνε στο σχολείο της συμφοράς.
Μεσημέριασε.
Ξύπνησαν και οι πλιατσικολόγοι.
Τα αφεντικά και οι υποτακτικοί τους. Αστοί και οι χορτάτοι δούλοι τους. «Πρωθυπούργοι» και «υπούργοι». Δικαστικοί… λειτούργοι. Μητροπολιτικοί «σβέρκοι βοδινοί».
Κακούργοι, πανούργοι, ραδιούργοι.
Κλέβουν, δολοφονούν, χλευάζουν, βρίζουν και εξευτελίζουν τα θύματά τους.
Γι’ αυτούς έχει ο θεός τους.
Απόβραδο στα παγωμένα, υποθηκευμένα, φτωχά τριάρια.
Κάποιο σίριαλ.
Η τηλεόραση παίζει με τις σκιές.
Στους τοίχους αλλά και στα καθίσματα.
Πόσο μίκρυναν οι μέρες! Σε λίγο θα νυχτώσει ακόμη περισσότερο.
Ο Ήλιος στο ναδίρ της εκλειπτικής.
Η νύχτα θα ‘ναι μακρά.
Τα φωτάκια στα μπαλκόνια αδέρφια!