Απομόνωση – Χάσαμε την ανθρώπινη επαφή!

Πιάσαμε τον αλγόριθμο απ τα μαλλιά,
του πλέξαμε στεφάνι,
γυρνάμε πάλι στα… κλουβιά,
περήφανοι τσιγγάνοι.

Μ-πλέξαμε το εγκώμιο της μοναξιάς,
στολίζοντας την απελπισία,
με άνθη ραίνουμε της πασχαλιάς,
της σύμβασης μας την αργία.



 

Σπάσαμε τα ταμεία της μετριότητας,
κόβοντας φθηνό ποιότητας εισιτήριο,
στο γνωστό σενάριο ματαιότητας,
πιστό σκυλί το ακροατήριο.

Έχουμε χάσει συνειδητά την επαφή
με την βαθιά μας πίστη,
απωλέσαμε πλέον την στοργή,
το κύρος μας εξανεμίστη.

Υπό το κράτος λειτουργεί
του φόβου το συναίσθημα,
ολούθε υποκρισία ραδιουργεί
κολλάει το ψέμμα ένσημα.

Το νόημα ανύπαρκτο,
στων σχέσεων τις εκφάνσεις,
το πνεύμα ανυπότακτο,
κράτησε πρίν να γεράσεις.

Είμαστε τόσο αρμονικά
με τύψεις συνδεδεμένοι,
μεταναστεύουν τα ιδανικά,
σαν φανταράκια στην Υεμένη.

Δώσε θέαμα φθηνό,
για να χορτάσει την πείνα,
κάθε λογής ακραίο ηθικό,
με δόσεις για τον μήνα.

Παρακολουθήστε με κομμένη την ανάσα,
την ροή άψυχων πλήκτρων,
ζήστε με δεμένη την ελευθερία,
την εκτέλεση των κινήτρων.

Ήρθε η κρίσιμη ώρα για την λήψη αποφάσεων,
οριακά καθαρή την βγάζουμε,
βιώνουμε κρίση τεράστιων διαστάσεων.

Τα αγαπημένα δώρα της ψυχής και του πνεύματος σε διαθεσιμότητα.

Τα παρτέρια του ρομαντισμού θέλουν φροντίδα για ν ανθίζουν τριαντάφυλλα ευγένειας.

Τα ράφια της βιβλιοθήκης σκονισμένα,
ο χρόνος δεν προκαλεί μόνο φθορά στα υλικά αγαθά,
μας εγκλωβίζει στα γρανάζια των υποχρεώσεων,
στερώντας την χαλαρή διάθεση.

Τα βιβλία δεν ανοίγουν,
δεν χαρίζονται χέρι με χέρι τα λουλούδια τόσο συχνά ως δείγμα αφοσίωσης.

Απλές,
γνώριμες συνήθειες που σταδιακά εξαλείφονται από την προσωπική επιλογή αγαπημένων στιγμών,
που να εξωραΐζουν γόνιμα την πεζή μας καθημερινότητα.

Το διαδίκτυο μας κλέβει τον αυθορμητισμό,
διαβάζουμε μια σωρεία μηνυμάτων,
στέλνουμε τα εικονικά τριαντάφυλλα στις γιορτές, πλαστών φίλων που δεν έχουμε καν συναντήσει.

Μας φαντάζει παλιομοδίτικο,
μια πρωτοφανής αδιαφορία και εγκατάλειψη των παραδοσιακών τρόπων έκφρασης.

Στο ράφι τα βιβλία περιμένουν ακίνητα,
διστάζουμε να πάρουμε στα χέρια μας το χάρτινο κορμί τους.

Γεώργιος Μιχαλόπουλος