Τρίτη, 25 Αυγούστου, 2026
ΑΡΘΡΑΚΟΡΙΝΘΙΑ

Λουτράκι: Από την καζίνο-κεντρική οικονομία στην οικονομία της ταυτότητας του τόπου Il nostro patrimonio territoriale

Γράφει ο Ντίνος Παπαντωνίου

Το νερό και οι ιαματικές πηγές, η θάλασσα και τα Γεράνεια, το Ηραίο και τα Ίσθμια, το αγροτικό και φυσικό τοπίο, η τοπική παραγωγή, η γαστρονομία, η ιστορία, ο πολιτισμός και η γνώση των ανθρώπων του αποτελούν τα δικά μας συμβολικά κεφάλαια.

Ο Ιταλός πολεοδόμος Alberto Magnaghi χρησιμοποιεί τον όρο il patrimonio territoriale για να περιγράψει το σύνολο της φυσικής, ιστορικής, πολιτιστικής, παραγωγικής και κοινωνικής κληρονομιάς ενός τόπου.

Όχι ως κάτι στατικό που απλώς παραλάβαμε από το παρελθόν, αλλά ως ένα ζωντανό κεφάλαιο που μπορεί να παράγει γνώση, εργασία, παραγωγή και μια διαφορετική αναπτυξιακή προοπτική.

Στην Ελλάδα, ο καθηγητής Δημήτρης Γούσσιος έχει κινηθεί στην ίδια κατεύθυνση, μέσα από τη μελέτη της εδαφικής ανάπτυξης και της ενεργοποίησης των τοπικών πόρων: της παραγωγής, της γνώσης, της πολιτιστικής κληρονομιάς, του αγροτικού χώρου και των ανθρώπινων δικτύων που μπορούν να συγκροτήσουν ένα ολοκληρωμένο τοπικό παραγωγικό σύστημα.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις συναντώνται σε μια βασική ιδέα:

Η ανάπτυξη ενός τόπου οικοδομείται πάνω στην ταυτότητα, στους πόρους, στη γνώση και στους ανθρώπους του.

Στο Λουτράκι αυτό το κεφάλαιο βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας.

Και αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη συζήτηση που έπρεπε να έχουμε ανοίξει εδώ και χρόνια.

Η απόφαση για τη μετατροπή

Η απόφαση για τη μετατροπή της κοινοπραξίας σε Ανώνυμη Εταιρεία ελήφθη.

Για το τίμημα των 900.000 ευρώ υπήρξαν έντονες αντιδράσεις και προσωπικά θεωρώ ότι οι ενστάσεις αυτές έχουν ουσιαστική βάση, ιδιαίτερα σε σχέση με την αξία των ακινήτων.

Όσο για τον χρονικό ορίζοντα των ενενήντα εννέα χρόνων (99), ένας επενδυτής, ιδιαίτερα όταν καλείται να επενδύσει σημαντικά κεφάλαια, χρειάζεται ασφάλεια και έναν μακροχρόνιο ορίζοντα.

Άλλωστε, τα 99 χρόνια έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν κάτι πρωτόγνωρο στη χώρα μας. Εδώ και χρόνια βλέπουμε δημόσια περιουσία, υποδομές και δικαιώματα εκμετάλλευσης να εντάσσονται σε τέτοιους μακρούς χρονικούς κύκλους.

Είναι, θα έλεγα, μια μετάβαση από την παλιά αποικιοκρατία των εδαφών σε μια σύγχρονη μορφή οικονομικής εξάρτησης. Μία ακόμη πειθαρχία στους κανόνες των δανειστών, συνέχεια μιας πολιτικής που εδώ και χρόνια εφαρμόζεται με το λεξιλόγιο της «μεταρρύθμισης» και της «αποδοτικότητας».

Και αυτή η συνταγή, όπως φαίνεται, κατεβαίνει σταδιακά σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.

Εκτιμώ ότι η διάρκεια των 99 χρόνων, μπορεί να αλλάξει, στον κύκλο των διαπραγματεύσεων.

Γράφω όμως με την ίδια ειλικρίνεια και για την αντιπολίτευση. Υπήρξαν ουσιαστικές παρεμβάσεις και σοβαρά ερωτήματα.

Εκείνο που δεν είδα στα δυόμισι αυτά χρόνια ήταν μια οργανωμένη συζήτηση για την ίδια την Τοπική Αυτοδιοίκηση και, κυρίως, για το μέλλον του Δήμου.

Θα προτιμούσα, πριν ακόμη φτάσει το θέμα στο Δημοτικό Συμβούλιο, να είχε διαμορφωθεί μια ενιαία και σοβαρά τεκμηριωμένη εισήγηση, προϊόν δουλειάς τεχνοκρατών, οικονομολόγων και ανθρώπων με γνώση του αντικειμένου, πάνω στην οποία συμπολίτευση και αντιπολίτευση θα μπορούσαν να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν με επιχειρήματα.

Γιατί σε μια υπόθεση που μπορεί να καθορίσει το Λουτράκι για δεκαετίες, δεν αρκεί να αποφασίσουμε τι δεν θέλουμε. Πρέπει να γνωρίζουμε τι θέλουμε να οικοδομήσουμε.

Παρακολουθώντας όλη τη διαδρομή μέχρι να φτάσουμε εδώ, μου έρχεται αυθόρμητα μια γνώριμη έκφραση:

«Πάμε κι όπου βγει».

Μια λογική που, σε μεγάλο βαθμό, κυριάρχησε από το 1995.

Ο τρόπος μάλιστα με τον οποίο συμπολίτευση και αντιπολίτευση αντιπαρατέθηκαν το προηγούμενο διάστημα αρκετές φορές μου έδινε την εικόνα ότι παίζουν χιονοπόλεμο στην έρημο.

Μια αντιπαράθεση με ένταση και πολλές λέξεις, αλλά συχνά σε μεγάλη απόσταση για το αύριο του δήμου.

1995–2010: από τη «χρυσή πενταετία» στις χαμένες ευκαιρίες

Το 1995, με την επαναλειτουργία του Καζίνο Λουτρακίου, δημιουργήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις για να εισέλθει ο Δήμος σε μια νέα αναπτυξιακή τροχιά.

Χωρίς ίδια κεφάλαια απέκτησε σημαντικές προσόδους και μια μοναδική δυνατότητα να σχεδιάσει ένα διαφορετικό μέλλον.

Όμως η πολιτική λογική της εποχής περιορίστηκε περισσότερο στο «πάμε και βλέπουμε».

Η εμμονή σε μια καζίνο-κεντρική οικονομία δημιούργησε με τα χρόνια τα σημερινά αδιέξοδα.

Η κακιστοκρατία και «η λεηλασία» υπήρξαν δύο από τις μεγάλες πληγές των τελευταίων δεκαετιών.

Από την εποχή της πλασματικής ευημερίας,οι κατά καιρούς ένοικοι του δημαρχιακού μεγάρου αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων στη διαχείριση και, κυρίως, στην αξιοποίηση των σημαντικών προσόδων από το Καζίνο.

Πόροι που θα μπορούσαν να είχαν μετατραπεί σε υποδομές, παραγωγικό κεφάλαιο, εκπαίδευση, έρευνα, νέες επιχειρήσεις και νέες πηγές εισοδήματος δεν άλλαξαν τελικά το παραγωγικό μοντέλο της πόλης.

Το Λουτράκι εγκλωβίστηκε στη μονοκαλλιέργεια μιας ιδιότυπης «καζινοθεραπείας».

Η μεγάλη παθογένεια της Αυτοδιοίκησης

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό.

Αν κάποιος μελετήσει τους δήμους της χώρας, δύσκολα θα βρει παραδείγματα όπου συμπολίτευση και αντιπολίτευση καταφέρνουν να συναντηθούν στα πραγματικά μεγάλα ζητήματα του τόπου: στην ταυτότητά του, στα συμβολικά του κεφάλαια, στην αναπτυξιακή του πορεία και στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Αυτή ίσως είναι μία από τις μεγαλύτερες παθογένειες της ελληνικής Αυτοδιοίκησης.

Η πρωτοβάθμια Αυτοδιοίκηση κουβαλά πολλές από τις παθογένειες του συγκεντρωτικού κράτους, το οποίο αντί να ενισχύει την τοπική δημοκρατία περιορίζει διαρκώς τη διοικητική αυτονομία και την οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων.

Και στην Πόλη των Νερών, στον Δήμο Λουτρακίου–Περαχώρας–Αγίων Θεοδώρων, η κουλτούρα της συνεργασίας εξακολουθεί να απουσιάζει.

Το μέλλον ενός τόπου δεν μπορεί να σχεδιάζεται από μία παράταξη, έναν δήμαρχο ή έναν μικρό κύκλο συμβούλων.

Χρειάζεται να ανοίγει προς την κοινωνία, την επιστημονική κοινότητα και τους ανθρώπους της παραγωγής.

Η συνεργασία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τα Πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα παραμένει, στις περισσότερες περιπτώσεις, αποσπασματική και χωρίς συνέχεια.

Κι όμως, εκεί θα μπορούσε να βρίσκεται ένα από τα πιο ισχυρά εργαλεία τοπικής ανάπτυξης: η σύνδεση της επιστημονικής γνώσης με τους φυσικούς πόρους, την παραγωγή, την ιστορία και τις πραγματικές ανάγκες κάθε τόπου.

Στα μεγάλα θέματα του Δήμου μπορούν και πρέπει να συναντηθούν διαφορετικές ιδέες και διαφορετικοί δρόμοι.

Η πραγματική περιουσία του Λουτρακίου

Ο δρόμος της ανάπτυξης για τον ιστορικό Δήμο των Νερών είναι άλλος.

Ξεκινά από την ίδια την ταυτότητα του τόπου, από τα συμβολικά του κεφάλαια.

Δεν είναι μια στατική κληρονομιά για να την κοιτάζουμε.

Είναι φυσικά, ιστορικά, πολιτιστικά, παραγωγικά και κοινωνικά κεφάλαια που ο τόπος κληρονομεί, δημιουργεί και οφείλει να ενεργοποιεί ως ένα ενιαίο τοπικό παραγωγικό σύστημα: το νερό με την υγεία, η γη με τη γαστρονομία, το τοπίο με τον τουρισμό, τα μνημεία με τον πολιτισμό,τον αθλητισμό, η γνώση με την παραγωγή.

Το νερό ως γνώση και παραγωγή

Η μεγαλύτερη ίσως αναξιοποίητη δυνατότητα παραμένει το ίδιο το νερό.

Η οικονομία της θάλασσας και των νερών προσέφερε πολύ λιγότερα από όσα θα μπορούσε στο τοπικό εισόδημα.

Οι ιαματικές πηγές και ο θεραπευτικός τουρισμός έμειναν στάσιμοι.

Κι όμως, σε άλλες χώρες το ιαματικό νερό δεν έμεινε μόνο στη λουτροθεραπεία.

Έγινε επιστημονική γνώση, έρευνα, θεραπεία, ευεξία, τουρισμός και διεθνές προϊόν.

Το Vichy αποτελεί ίσως το πιο γνωστό παράδειγμα μιας λουτρόπολης της οποίας το όνομα συνδέθηκε παγκοσμίως με το ιαματικό νερό και τη δερμοκαλλυντική φροντίδα.

Το Λουτράκι έχει τη δική του ιστορική παρακαταθήκη γύρω από τα νερά και τις Θέρμες.

Εδώ και χρόνια είχα προτείνει δημόσια κάτι πολύ συγκεκριμένο:

να θεσπιστούν υποτροφίες για νέους του Δήμου και της Κορινθίας που σπουδάζουν Ιατρική, Φαρμακευτική, Χημεία και Βιολογία, με αντικείμενο την έρευνα γύρω από τις ιδιότητες και τις εφαρμογές του ιαματικού νερού, ιδιαίτερα στην υγεία και την επιδερμίδα.

Αυτό θα ήταν μόνο η αρχή.

Σε συνεργασία με ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και την ιατρική και φαρμακευτική κοινότητα, το Λουτράκι θα μπορούσε σταδιακά να δημιουργήσει ένα:

Κέντρο Ιαματικής Ιατρικής, Έρευνας και Δερμοκαλλυντικών Εφαρμογών.

Να μη διαθέτει απλώς ιαματικό νερό. Να παράγει γνώση και προϊόντα από αυτό.

Το ευρωπαϊκό παράδειγμα

Ιστορικές λουτροπόλεις της Ευρώπης δείχνουν ότι η σύγχρονη λουτρόπολη δεν είναι ένα κτίριο με πισίνες.

Είναι ένα σύστημα που συνδέει ιαματικές πηγές, θεραπεία, ξενοδοχεία, πάρκα, αρχιτεκτονική, πολιτισμό, φυσικό περιβάλλον, γαστρονομία και παραγωγή.

Το Vichy, το Montecatini Terme και το Abano–Montegrotto είναι διαφορετικές εκδοχές της ίδιας βασικής λογικής:

ο τόπος γίνεται το ίδιο το αναπτυξιακό προϊόν.

Και σε αρκετές ιστορικές λουτροπόλεις υπήρχαν και καζίνο.

Γαστρονομία και τυπικά τοπικά προϊόντα

Τα παραδοσιακά γλυκά της περιοχής κάποτε ταξίδευαν σε ολόκληρη την Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Σκεφτείτε τι θα μπορούσε να είχε πετύχει μια φωτισμένη τοπική εξουσία, σε συνεργασία με τους ανθρώπους της παραγωγής και της επιχειρηματικότητας, ιδιαίτερα σήμερα που η γεύση επιστρέφει στην παράδοση, στην αυθεντικότητα και στα τυπικά τοπικά προϊόντα.

Το Λουτράκι θα μπορούσε να ξαναχτίσει μια σύγχρονη γαστρονομική ταυτότητα, με τοπικές συνταγές, προϊόντα της αγροτικής οικονομίας, παραδοσιακά γλυκά, γαστρονομικές διαδρομές και ένα ισχυρό σήμα τόπου. Γιατί η γαστρονομία δεν είναι απλώς κατανάλωση. Είναι παραγωγή, πολιτισμός, μνήμη και οικονομία.

Η σχολή που θα μπορούσε να είχε γίνει

Ακόμη και η δημιουργία μιας πρότυπης Σχολής Τουριστικών και Γαστρονομικών Επαγγελμάτων θα μπορούσε να είχε ενταχθεί στη συνεργασία του Δήμου με τους ιδιοκτήτες του Καζίνο.

Μια σχολή υψηλού επιπέδου που θα αξιοποιούσε την αναγνωρισιμότητα του Λουτρακίου και θα προσέλκυε σπουδαστές από ολόκληρη την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Θα μπορούσε να συνδέει τουριστικές σπουδές, γαστρονομία, ξενοδοχειακή διοίκηση, φιλοξενία, ιαματικό τουρισμό, ευεξία, πρόληψη και τοπική παραγωγή.

Το Λουτράκι θα μπορούσε έτσι να εξελιχθεί σε διεθνές κέντρο εκπαίδευσης και ανάδειξης της ελληνικής φιλοξενίας και γαστρονομίας, δημιουργώντας πολλαπλασιαστικά οφέλη για ολόκληρη την περιοχή.

Το πραγματικό στοίχημα

Το καζίνο ήταν και είναι μέρος της οικονομίας της λουτρόπολης.
Η σημερινή συζήτηση, λοιπόν, δεν μπορεί να εξαντληθεί στην Ανώνυμη Εταιρεία, η οποία ασφαλώς πρέπει να καταστεί βιώσιμη, τόσο για τις εκατοντάδες των εργαζομένων όσο και για τη συμβολή της στην οικονομία του τόπου.

Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο:

Τι Λουτράκι θέλουμε το 2040 και το 2050; Θα συνεχίσουμε με το «πάμε κι όπου βγει»; Ή θα αποφασίσουμε επιτέλους πού πραγματικά θέλουμε να πάμε;

Θα συνεχίσουμε τη μονοκαλλιέργεια της καζίνο-κεντρικής οικονομίας ή θα ενεργοποιήσουμε αυτό που πραγματικά διαθέτει ο τόπος; Το δικό μας patrimonio territoriale( εδαφική και παραγωγική κληρονομιά).

Πάνω σε αυτό μπορεί να στηριχθεί μια άλλη ανάπτυξη.

Μια ανάπτυξη που δεν θα εξαρτάται από έναν μόνο οικονομικό πυλώνα, αλλά θα δημιουργεί πολλές πηγές εισοδήματος, γνώσης και εργασίας.

Από την καζίνο-κεντρική οικονομία στην οικονομία της ταυτότητας του τόπου.