Νεμέα: Ιστορική αναδρομή στην δημιουργία του κτιριακού συγκροτήματος ”Ιερά Μονή της Παναγίας του Βράχου”
Γράφει ο Γιώργος Κωστούρος
Τι θα λέγατε για μια ιστορική αναδρομή στην δημιουργία του κτιριακού συγκροτήματος του πιο εμβληματικού και πιο πολυφωτογραφημένου μνημείου της Νεμέας, που είναι η Μονή της Παναγίας του Βράχου, στην απόκρημνη ανατολική πλευρά του «ερυμνού» όρους Πολύφεγγο;
Την πρωτοσυναντάμε ως “eglise N(ontre) D(am) de Roca” (δηλαδή ως Παναγία του Βράχου) σε έγγραφο της 23ης Μαϊου 1402, με το οποίο οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννου της Ρόδου, δήλωναν πρόθυμοι να την παραχωρήσουν στον Αρχιμανδρίτη της Κορίνθου. Σημειώνουμε ότι στους αποκαλούμενους και ως Ιωαννίτες αυτούς Φράγκους, ως επί το πλείστον, Ιππότες, ο Δεσπότης του Μορέως Θεόδωρος Α΄ Παλαιολόγος, από τον φόβο τουρκικών επιδρομών, είχε αναθέσει ρόλο άμυνας σε καίρια σημεία του δεσποτάτου, όπως η περιοχή του Πολυφέγγους. Και εκείνοι, προσπαθώντας να εδραιώσουν την επιρροή τους τοπικά και να προσελκύσουν την συμπάθεια του ελληνικού πληθυσμού της Καστελλανίας της Κορίνθου, υπόσχονταν σημαντικές εδαφικές παραχωρήσεις, όπως αυτή της Παναγίας του Βράχου, που φαίνεται ότι στις αρχές του 15ου αιώνα ήταν μια υπολογίσιμη θρησκευτική εγκατάσταση.
Η κορυφή της ανατολικής πλευράς του Πολυφέγγους, όπου χαμηλότερα «κρέμεται» η Μονή Βράχου.
Βέβαια, οι αρχαιολογικές έρευνες που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο Προγράμματος Αποκατάστασης και Ανάδειξης του εν λόγω μοναστηριακού συγκροτήματος από την 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κατά το διάστημα 2010-2014, ανέδειξαν πρωιμότερες κατά αρκετούς αιώνες φάσεις ανοικοδόμησης του μνημείου.
Η αρχική φάση του μνημείου ανάγεται στους πρώτους βυζαντινούς χρόνους (5ος-7ος αι.), και πιθανότατα δεν σχετίζεται με τη μοναστηριακή λειτουργία του χώρου, καθόσον διαπιστώθηκαν κατάλοιπα χαμηλών πλινθόκτιστων κατασκευών, επιχρισμένων με υδραυλικό κονίαμα, που παραπέμπουν σε πιθανή τους λειτουργία ως δεξαμενών αποθήκευσης νερού από την υπάρχουσα και σήμερα υδρομάστευση του βράχου, που εμφανίζεται ως φυσική πηγή στην δυτική εσωτερική πλευρά του ναού.

Η χρονολόγηση αυτών των πιθανών δεξαμενών περί τον 6ο αιώνα, δημιουργεί συνειρμούς με την αποδεδειγμένη θεωρία του Στέφανου Μίλλερ, που διατυπώνεται στο τελευταίο βιβλίο του Into Darkness, ότι το έτος 536 μ.Χ. σηματοδοτεί την έναρξη μιας μακράς εποχής ξηρασίας, όπως αποδείχθηκε από τις ανασκαφές του στην (Αρχαία) Νεμέα και από επιτόπιες έρευνές του σε πολλές χώρες του εξωτερικού (πρόκειται για το φαινόμενο με την επιστημονική ονομασία Late Antique Little Ice Age (LALIA), που συμπεριλαμβάνει την επί εβδομάδες «απόκρυψη» του ήλιου, το 536 μ.Χ.). Λέτε λοιπόν η πρωιμότερη αυτή εγκατάσταση στην μονή Βράχου, να προοριζόταν για την αντιμετώπιση της ξηρασίας εκείνης της εποχής, που μαζί με άλλους παράγοντες (φονικές επιδημίες, εισβολές, κλπ), οδήγησαν τις ανθρώπινες κοινωνίες σε πολύ μεγάλη παρακμή, ώστε οι δύο αιώνες που ακολούθησαν να ονομάζονται «σκοτενοί»;

Δεξιά: επάνω ένα αρχαίο ανθέμιο από την (Αρχαία) Νεμέα, ενσωματωμένο στο καμπαναριό και κάτω ένα άλλο αρχαίο ανθέμιο, που εκτίθεται στο αρχαιολογικό Μουσείο.
Πάντως, στη μέση βυζαντινή περίοδο (10ος – 12ος αι.), κατά την οποία κατασκευάστηκε το μεγαλύτερο μέρος κάτω από τον ναό και ο ανατολικός τοίχος, ενδέχεται να είχε δημιουργηθεί για πρώτη φορά κάποιο κτίσμα θρησκευτικού χαρακτήρα.
Κατά δε την σταυροφορική περίοδο (13ος αι.) κατασκευάστηκε ο υφιστάμενος ναός, η κλίμακα που οδηγεί σε αυτόν και το μεγαλύτερο τμήμα του υποκείμενου χώρου. Στην ίδια περίπου εποχή τοποθετείται και η ανέγερση της Παναγίας Ραχιώτισσας, στην Φλιούντα.
Ο υψηλής ποιότητας τοιχογραφικός διάκοσμος του β’ μισού του 14ου αιώνα που αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια των εργασιών στην Παναγία του Βράχου, φανερώνει ότι κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο, μονή πρέπει να γνώρισε ακμή.
Κατά δε τους μεταβυζαντινούς χρόνους (μέσα 15ου αι. – μέσα 19ου αι.) κατασκευάστηκε ο κύριος όγκος του υφιστάμενου μοναστηριού. Σταδιακά αναπτύχθηκε από βόρεια προς νότια με την προσθήκη νέων κελιών και δημιουργήθηκε ο οχυρωματικός περίβολος και οι δύο πύλες.

Κάτω: Διόροφο κτίριο που κατασκευάστηκε το 1890, για τις ανάγκες του μετοχίου του Αγίου Αθανασίου, που είχε ήδη μετατραπεί σε πραγματικό Μοναστήρι, όπως και ονομάζεται μέχρι σήμερα (το κτίριο αυτό είναι σε χρήση και στις ημέρες μας).
Ειδικά το 1843 κατασκευάστηκε διόροφο κτίριο για την ενδιαίτηση (κατοίκηση) των μοναχών, επειδή όμως κάηκε (ή «πυρπολήθηκε») λίγο μετά την ολοκλήρωσή του, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, οι Βραχίτες μοναχοί εγκατέλειψαν την Μονή και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο μετόχι της Μονής, στον Άγιο Αθανάσιο, στην βόρεια κλιτύ του Πολυφέγγους, που πλέον αποτελεί το σημερινό «μοναστήρι» της Νεμέας, όπως ονομάζεται.

