Α.Γ. Καλλής: Άκου Βλαμμένε

Λένε πως η σιωπή είναι συνενοχή
και πράγματι ως κοινωνία γίναμε συνένοχοι αργά αλλά σταθερά από τα μικρά μας χρόνια ,oταν ο κανόνας ήταν να μην ανακατεύεσαι σε …ξένες υποθέσεις…να ακούς, αλλά να μην μιλάς …
Άκουγες πίσω από τα μισάνοιχτα μπατζούρια, να φωνάζει ,να ζητάει βοήθεια, να κλαίει γοερά…



Άκουγες αλλά…γιατί να βρεις τον μπελά σου.. ο πρώτος ή ο τελευταίος είναι που φωνάζει, χτυπάει ,βρίζει…
Το πρωί όλα θα ΄χουν ξεχαστεί…αυτό δεν γίνεται χρόνια …αυτό δεν γινόταν πάντα;;;;
Και οι ορμήνιες της μάνας να ορίζουν το αβέβαιο μέλλον …ν ακούς τον άντρα σου …θα σου πει και καμιά κουβέντα…ξέρεις τι έχω ακούσει εγώ απ’ τον πατέρα σου …αλλά να ξέρεις όλα φτιάχνουν, αρκεί να μην τραβάς το σκοινί…
Αυτό το περιβόητο σκοινί , που στο τέλος γινόταν θηλιά στο λαιμό της γυναίκας…και απειλές…κατάρες απ’ τον φιλέσπλαχνο πατέρα.

Μην τολμήσεις τις είπε με φωνή οργισμένη ,να χωρίσεις ,δεν θα με κάνεις εμένα ρεζίλι στην κοινωνία.. έχω ένα όνομα εγώ…ένα όνομα…
Και ο ευέξαπτος Μαλάκας έπαιρνε και πιστοποιητικό από την αγία οικογένεια να κάνει ότι θέλει ,όταν το θέλει και όπου το θέλει ..πάντα υπήρχε η δικαιολογία …είναι καλός, δουλευτής.. νοικοκύρης απ’ τους πρώτους …Τώρα αν πίνει κάνα ποτηράκι ,ρίχνει και καμιά σφαλιάρα.. ο πρώτος είναι ή ο τελευταίος…είναι κι αυτή βρε παιδί μου γλωσσοκοπάνα. δεν την θυμάσαι μικρή που όλο αντιμιλούσε;; Έχει πάρει απ’ την γιαγιά της ,αλλά ο παππούς ήταν ήρεμος άνθρωπος ..εδώ βρήκε τον δάσκαλο της…
Ναι βρήκε τον δάσκαλο της κρετίνε…κοίταξε την καλά Βλαμμένε μέσα σε μια λίμνη αίματος …μαζί με τα παιδικά της όνειρα…τις κούκλες, τις ατέλειωτες σιωπές της…τα πολύχρωμα κορδελάκια της, τα ατελείωτα γιατί της…

Ήθελε να σπουδάσει, να ζήσει, να ανοίξει τα φτερά της στον κόσμο…έναν άλλο κόσμο…ομορφότερο , πιο ανθρώπινο…Κοίταξέ την κρετίνε…κοίταξε την καλά…
Τα ματάκια της τώρα μισάνοιχτα θωρούν από την ίδια απόσταση την ζωή, τον θάνατο, μια θάλασσα από αίμα …το δικό της αίμα κρετίνε…το δικό της…