Κυριακή, 16 Ιουνίου, 2024
ΚΟΙΝΩΝΙΑΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γυναίκα και Πολιτική – Να δυναμώσουμε τις φωνές μας

Της Σόνιας Τάνταρου-Κρίγγου,

Δικηγόρου Παρ΄Αρείω Πάγω

π. Προέδρου του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας

Πολιτευτή Αργολίδας της Νέας Δημοκρατίας




Στη χώρα μας οι γυναίκες αποτελούν κάτι παραπάνω από το 50% του πληθυσμού της.Η συμμετοχή τους όμως στη δημόσια ζωή, αν και θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας,  είχε, όπως και πολλά άλλα, μια «χρονοκαθυστέρηση». Ενώ οι άντρες απέκτησαν δικαίωμα συμμετοχής στις εκλογές ήδη από το 1844 και το δικαίωμά τους αναγνωρίσθηκε με το Σύνταγμα του 1864,το αίτημα «ψήφος στη γυναίκα», διατυπώθηκε, για πρώτη φορά, την περίοδο 1887-1888, από τις στήλες της «Εφημερίδας των Κυριών». Χρειάσθηκε να παρέλθουν αρκετά χρόνια, ωσότου στις 28 Μαρτίου 1921, ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης,(εκ πατρός καταγόμενος από το Άργος), στο συνέδριο του Λυκείου των Ελληνίδων, να υποσχεθεί ψήφο στις γυναίκες. Πρόταση που υπέβαλλε στη Βουλή,η οποία όμως τελικά την απέρριψε. Μία αντίστοιχη προσπάθεια έγινε και το 1925, που, εξ αιτίας των αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν, εν τέλει αποσύρθηκε. Για πρώτη φορά το 1934 οι γυναίκες κλήθηκαν, υπό προϋποθέσεις και πάλι, να ψηφίσουν στις δημοτικές εκλογές της ίδιας χρονιάς.

 

Με το νόμο 2159/1952 κατοχυρώθηκε το δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις βουλευτικές εκλογές. Πρώτη γυναίκα βουλευτής στην ιστορία της χώρας εξελέγη το 1953 η Δικηγόρος Θεσσαλονίκης Ελένη Σκούρα, ενώ η Λίνα Τσαλδάρη ορκίστηκε το 1956 ως η πρώτη Ελληνίδα υπουργός, ανοίγοντας έτσι, δειλά δειλά, ο δρόμος για την παρουσία γυναικών στην πολιτική ζωή της χώρας μας.

Έκτοτε έχουν υπάρξει δομικές αλλαγές οι οποίες, όμως, όπως μαρτυρούν οι αριθμοί αλλά και η ίδια η πραγματικότητα που βιώνουμε, η πολιτική, αν και γένους… θηλυκού, παραμένει χώρος ανδροκρατούμενος. Στη σύνθεση της παρούσας Βουλής συμμετέχουν εξήντα τρεις (63) γυναίκες έναντι διακοσίων τριάντα επτά (237) ανδρών, ενώ ακόμα μικρότερα είναι τα ποσοστά στην κορυφή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα ευτυχώς αλλάζουν και – παρά τα εμπόδια – οι γυναίκες που ενδιαφέρονται για την πολιτική και την αντιλαμβάνονται ως αναπόσπαστο μέρος της ζωής τους, εισέρχονται σε αυτήν με μεγαλύτερη ευκολία. Πάντα όμως με την επίγνωση ότι για να κατοχυρώσουν τη θέση τους θα πρέπει να δώσουν μάχες, να διαχειριστούν εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες και να ανταπεξέλθουν στην πολλαπλότητα των «έμφυλων» ρόλων τους στο πλαίσιο της οικογένειας, της ιδιωτικής και επαγγελματικής τους ζωής. Εξ ου και τα βήματα που πρέπει να γίνουν είναι πολύ περισσότερα από την θεσμοθέτηση ποσοστώσεων στα ψηφοδέλτια, που αν και χρήσιμες δεν είναι αρκετές, και να απαντούν κυρίως σε αυτά: στη νοοτροπία, στην ενθάρρυνση νέων γυναικών, αλλά και σε απλά μέτρα καθημερινότητας που θα διευκολύνουν τις γυναίκες να ισορροπήσουν στους πολλαπλούς ρόλους τους. Η παρούσα κυβέρνηση έχει λάβει σημαντικές πρωτοβουλίες προς αυτή τη κατεύθυνση και θα υπάρξουν περαιτέρω θετικές εξελίξεις.

Είναι επίσης θετικό ότι η επιθυμία περαιτέρω ενίσχυσης της γυναικείας συμμετοχής ενθαρρύνεται από όλα τα κόμματα. Η εκλογή της πρώτης γυναίκας Προέδρου της Δημοκρατίας ήταν μια πράξη ισχυρού συμβολισμού. Η δέσμευση του Πρωθυπουργού για μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών στο επόμενο κυβερνητικό σχήμα επίσης αποτελεί ένα  σαφές και ενθαρρυντικό μήνυμα για  ενίσχυση της γυναικείας εκπροσώπησης.

Η κοινωνία μας πλέον δείχνει πιο έτοιμη από ποτέ και αυτό αποτυπώνεται και σε έρευνα που έχει κάνει το ΚΕΘΙ, σύμφωνα με την οποία, με ισχυρά πλειοψηφικά ποσοστά, τόσο οι άνδρες (σε ποσοστό 80,7%)όσο και οι γυναίκες (σε ποσοστό 90,8%), συμφωνούν ότι θα ήθελαν να δουν περισσότερες γυναίκες σε θέσεις πολιτικής ευθύνης (Κοινοβούλιο, Αυτοδιοίκηση, κλπ).

Η πεποίθηση αυτή που γκρεμίζει στερεότυπα του παρελθόντος δίνει την ευκαιρία στις γυναίκες της εποχής μας να δυναμώσουμε τη φωνή μας. Όχι μόνο με τη συμμετοχή γυναικών, αλλά κυρίως με την εκλογή γυναικών. Αυτό θα πιστοποιεί ότι έχει ήδη ανοίξει μια νέα σελίδα στην πολιτική στη χώρα μας.

Δημοσιεύθηκε στον Ελεύθερο Τύπο 8/3/2023