Τρίτη, 25 Ιουνίου, 2024
ΑΡΘΡΑΚΟΙΝΩΝΙΑ

Α.Γ Καλλής: Η άδεια καρέκλα

Ερχόταν για πολλά χρόνια σχεδόν την ίδια ώρα, γύρω στις 10 με 10 και μισή πριν από το μεσημέρι στο βιβλιοπωλείο .Ήταν ένα από κείνα τα παιδιά πού ανέφερε στο ομώνυμο τραγούδι της η Σοφία Βέμπο. Παιδιά τής Ελλάδος παιδιά …
Έπαιρνα το μπλοκ μου κι ένα στυλό ,πλησίαζα κοντά του κι άρχιζα τις ερωτήσεις.
Κι έτσι για πολλά χρόνια χτίσαμε μια φιλία μέχρι τα 105 του χρόνια πού έφυγε για πάντα.



 

Κάθε φορά χανόμασταν σ ένα ταξίδι στο χρόνο. Μου περιέγραφε με λεπτομέρειες τον πόλεμο ,τα νεανικά του χρόνια, την κατοχή, τον εμφύλιο, τους αγώνες του για μια καλύτερη ,ομορφότερη ζωή με την κυρούλα του, την αρχόντισσα του πού έφυγε πιο πριν από τον ίδιον.
Αγαπούσε όλο τον κόσμο κι έπαιρνε τα πράγματα όπως έρχονταν. Οταν μιλούσε τα μάτια του έβγαζαν μια σπίθα, μια αισιοδοξία ,μια ελπίδα ένα θέλω να ζήσω…

Όταν ξεκινήσαμε Τέλη για το μέτωπο μού είπε κάποια μέρα, έκανα το σταυρό μου και είπα …θεέ μου ,Παναγία μου, ούτε να σκοτώσω ,ούτε να με σκοτώσουν. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή πυρός με ηρωισμό και με την χαρακτηριστική του αισιοδοξία αντιμετώπισε επιτυχώς την κάθε δυσκολία. Όταν συνέλαβε έναν Ιταλό, νέο παιδί ,πού έτρεμε από το φόβο του ,τον κάθισε κάτω ,τού χάιδεψε τα μαλλιά, τού έδωσε νερό , ένα στριφτό τσιγάρο και τον καθησύχασε λέγοντας του…Μη φοβάσαι βρε όλα θα πάνε καλά, και μεις το ίδιο με σας είμαστε , τα συμφέροντα είναι πού μας βάζουνε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον. Εκεινος τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη ,σταμάτησε να κλαίει κι έβγαλε τις οικογενειακές του φωτογραφίες από την τσέπη για τού τίς δείξει .Τον αισθανόταν πια δικό του άνθρωπο ,το χέρι τού Θεού στη μαυρίλα τού πολέμου.

Κι έτσι με τις ιστορίες του τα χρόνια πέρναγαν σαν νερό.
Κι εγώ να ρωτάω ξανά και ξανά.. χωρίς να χορταίνω απ’ τις ατέλειωτες αφηγήσεις του.
Πως αυτό, πως εκείνο. Ποτέ δεν μου χάλασε χατίρι ,μονάχα όταν μετά από ώρες κουραζόταν ,σηκωνόταν με το μπαστουνάκι του ,φόραγε την τραγιάσκα του και μού λέγε :αύριο πάλι, θα πάω πρώτα στο καφενείο να δω τούς φίλους και μετά θα ‘ρθω να συνεχίσουμε.
Στις εθνικές γιορτές κατέθετε το στεφάνι εκ μέρους των πολεμιστών τού 40… Αγέρωχος, με τον καλό του λόγο , τα χορατά του κι ένα μόνιμο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο του. Φύλακας άγγελος του η αγαπημένη του κόρη η Παρασκευή ..σκιά τής σκιάς του.
Την τελευταία φορά λίγο πριν καταθέσει το στεφάνι εκεί όπου θα γίνονταν τα αποκαλυπτήρια τής μαρμάρινης στήλης όπου αναγράφονταν τα ονόματα των πεσόντων Νεμεατών στο πόλεμο τού 40,με κοίταξε και μού είπε: Τέλη να ξέρεις ,αυτό είναι το τελευταίο στεφάνι πού καταθέτω.. Δεν θέλω να ακούω τέτοια του είπα.. μην ξεχνάς ότι έχουμε πολλές σελίδες να γράψουμε ακόμη …
Μετά από λίγο καιρό αρρώστησε κι ένα βράδυ, έγειρε το κεφαλάκι του κι έφυγε με συνοδεία αγγέλων, όπως συμβαίνει με όλους εκείνους πού στην ζωή τους χάρισαν στους άλλους αγάπη και χαρά, για να συναντήσει την αγαπημένη του γυναίκα εκείνη πού τού έστελνε τα γράμματα στον πόλεμο, εκείνη πού τού κρατούσε το χέρι στα δύσκολα, εκείνη πού τού χάρισε δύο υπέροχα παιδιά..
Κι έτσι διακόπηκε για πάντα η καθημερινή μας συνομιλία ,τα ταξίδια στο χρόνο .
Τώρα στη γωνία παραμένει η καρέκλα του άδεια και πάνω απ’ το γραφείο μου κρεμασμένη η τραγιάσκα του για να μού θυμίζει εκείνες τις μέρες , όπου ένας ήρωας μου δίδασκε μέσα από τις αφηγήσεις του ,την αρετή , την τόλμη, την ταπεινότητα αλλά και την χωρίς όρια αγάπη προς τον κάθε άνθρωπο.

Καληνύχτα μπάρμπα Χαράλαμπε να ‘σαι καλά όπου κι αν είσαι…
Σ ευχαριστώ….

Υ.Γ Το κείμενο μου αυτό το αφιερώνω στον ήρωα Χαράλαμπο Κουρελή, και το συνοδεύω με δύο τραγούδια 1.του Νίκου Γούναρη το: κορόιδο Μουσολίνι και 2. της Σοφίας Βέμπο το: παιδιά τής Ελλάδος παιδιά…