Φίλιππος Παπαδημητρίου: Ποια Αγροτική Ανάπτυξη;
Η υπογραφή της σύμβασης παραχώρησης του αεροδρομίου Καλαμάτας πριν μερικές μέρες αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο για όλη την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Η αναβάθμιση του αεροδρομίου θα φέρει περισσότερους τουρίστες, περισσότερες επενδύσεις και, μοιραία, περισσότερες θέσεις εργασίας, άρα θα κρατήσει τον κόσμο στον τόπο του. Κι όμως, για πολύ κόσμο, η παραχώρηση αποτελεί πρόβλημα επειδή θα «αποτρέψει την αγροτική ανάπτυξη» και θα «αλλοιώσει τον παραδοσιακό χαρακτήρα της Πελοποννήσου». Ισχύουν όμως πράγματι αυτές οι αιτιάσεις;
Σήμερα το ΑΕΠ/κεφαλήν της Πελοποννήσου παραμένει 37% χαμηλότερο από της Αττικής, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στηνΠελοπόννησο, αλλά σε κάθε περιοχή της χώρας που δεν ανήκει στα μεγάλα αστικά κέντρα της Θεσσαλονίκης, της Πάτρας, του Ηρακλείου, της Λάρισας, του Βόλου και των Ιωαννίνων. Οι περιοχές αυτές παρουσιάζουν μία εικόνα έντονης οικονομικής και κοινωνικής οπισθοδρόμησης, που δεν αποτυπώνεται απλώς στο μεγάλο χάσμα σε ΑΕΠ/κεφαλήν που τις χωρίζει από τα μεγάλα αστικά κέντρα, στους υψηλούς δείκτες πτώχειας, ανεργίας κι ανέχειας, αλλά και στο έδαφος: κλειστά μαγαζιά και σχολεία, λιγοστοί νέοι, παρατημένα εργοστάσια, απόλυτη απαισιοδοξία. Τι είναι αυτό το κοινό νήμα που συνδέει την Νεμέα, το Άργος, την Κυπαρισσία, την Σκάλα, τα Φάρσαλα, την Νέα Βύσσα και την Άρτα; Μα φυσικά η απόλυτη εξάρτηση από την αγροτική παραγωγή, η εμμονική προσκόλληση σ’ένα οικονομικό μοντέλο των αρχών του 20ου αιώνα που δεν συνάδει πλέον με την παγκοσμιοποιημένη φύση της παγκόσμιας οικονομίας και γεωργίας. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αγροτική ανάπτυξη, αλλά για στασιμότητα.
Για πολλές δεκαετίες το Ελληνικό κράτος θεωρούσε -και δυστυχώς εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να θεωρεί- πώς ο χώρος της υπαίθρου έπρεπε να είναι αυτός της μονοκαλλιέργειας της επιδοτούμενης αγροτικής παραγωγής -με επικουρικές δραστηριότητες τον έντονα εποχιακό τουρισμό μικρής κλίμακας, την οικοδομή και τον δημόσιο τομέα. Έγιναν έτσι μεγάλα έργα αναδασμού κι άρδευσης, δαπανήθηκαντεράστια πόσα σε αγροτικές επιδοτήσεις -αμφίβολης χρησιμότητας- και δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος πελατειακός μηχανισμός που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του αγροτικού πληθυσμού.Όλη η τοπική οικονομία, από τους εμπόρους μέχρι τους δικηγόρους εξαρτιόταν από την ετήσια παραγωγή σε λάδι και πορτοκάλι, από τις επιδοτήσεις της Ευρώπης. Μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 2000 το σύστημα αυτό λειτουργούσε, κουτσά-στραβά, παρά την τεράστια μετανάστευση προς την Αθήνα, τα μεγάλα αστικά κέντρα και το εξωτερικό, κι εξασφάλιζε μία κάποια ανάπτυξη στις μικρότερες πόλεις και τα χωριά του κάμπου. Με την ραγδαία μείωση των επιδοτήσεων της ΚΑΠ, την οικονομική κρίση και την αθρόα εισαγωγή φθηνότερων αγροτικών προϊόντων από τα νέα κράτη μέλη της ανατολικής Ευρώπης και τις τρίτες χώρες, κατέρρευσε και μαζί του η οικονομία κι η δημογραφική ισορροπία του μεγαλύτερου μέρους της Ελληνικής υπαίθρου, οπότε και της Πελοποννήσου.
Στις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί η γεωργία κι η κτηνοτροφία είναι οικονομικά βιώσιμες δραστηριότητες μόνο για τους αγρότες εκείνους που πληρούν τις εξής προϋποθέσεις: α. κατέχουν μεγάλο αριθμό ιδιόκτητων, πεδινών ή έστω ημιορεινών, εκτάσεων που επιτρέπουν την χρήση μηχανημάτων, β. έχουν πρόσβαση σε φθηνό αρδευτικό νερό, γ. κατέχουντον απαραίτητο αγροτικό εξοπλισμό, δ. έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια και δίκτυα διανομής, ε. διαθέτουν κάποια επιστημονική κατάρτιση, στ. έχουν εύκολη πρόσβαση σε φθηνά εργατικά χέρια. Εκ των πραγμάτων μόνο ένα μικρό ποσοστό των σημερινών αγροτών πληροί τις παραπάνω προϋποθέσεις. Για παράδειγμα, η μέση χρησιμοποιούμενη αγροτική έκταση ανά εκμετάλλευση στην Πελοπόννησο είναι 38 στρέμματα ενώ στην Δυτική Μακεδονία είναι 121 στρέμματα και στην Γαλλία 690 στρέμματα, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Γαλλικής Agreste.Αλλά ακόμη κι αν κάποιος τις πληροί δεν είναι βέβαια πώς θα θελήσουν τα παιδιά του να ασχοληθούν, τόσο επειδή είναι μία πολύ δύσκολη κι απαιτητική δουλειά, όσο κι επειδή η ζωή στα περισσότερα χωριά είναι φριχτή και καταθλιπτική.Ποιος νέος άνθρωπος θέλει να ζήσει σ’ένα χωριό που απέχει μία ώρα από το πλησιέστερο νοσοκομείο, χωρίς συνομήλικους του, χωρίς δραστηριότητες, χωρίς χώρους διασκέδασης, χωρίς μαγαζιά, χωρίς σχολείο, χωρίς, με λίγα λόγια, τίποτε;Να κάνει ένας νέος άνθρωπος στο χωριό τι; Να θυσιαστεί για την επισιτιστική ασφάλεια του έθνους;
Τι πιο λογικό λοιπόν από την ραγδαία εγκατάλειψη του αγροτικού επαγγέλματος;Ωστόσο, ειρωνικά, ο μόνος τρόπος να ανακοπεί η φυγή της αγροτιάς -ώστε να μην κινδυνέψουμε να μείνουμε χωρίς καλλιεργήσιμα χωράφια ακόμη και στους κάμπους σε μερικά χρόνια- θα ήταν να ανακοπεί η εγκατάλειψη της υπαίθρου, κι αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων διαφορετικών από την γεωργία και την κτηνοτροφία.
Στα πλέον οικονομικά κι αγροτικά εξελιγμένα κράτη του πλανήτη: Ολλανδία,ΗΠΑ, Γαλλία, Γερμανία, Ιαπωνία, κλπ. τα πράγματα είναι διαφορετικά. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα αγροτικών προϊόντων στον πλανήτη, οι αγρότες αποτελούν μόλις το 1,9% του εργαζόμενου πληθυσμού, ενώ στην Ελλάδα αποτελούν το 11,5%, με βάση τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας. Οι Ολλανδοί αγρότες σε σχέση με τους Έλληνες είναι πολύ λιγότεροι, αλλά μορφωμένοι, ευκατάστατοι κι ευχαριστημένοι. Παρόλα αυτά η Ολλανδική ύπαιθρος δεν ζει από την γεωργία και την κτηνοτροφία, αλλά κυρίως από τις υπηρεσίες και την βιομηχανία. Διότι με τόσο μικρό αριθμό αγροτών αν ζούσε μόνο από την γεωργία θα είχε ελάχιστους κατοίκους, τόσους λίγους ώστε να μην μπορούν καν να λειτουργήσουν βασικές υπηρεσίες -όπως συμβαίνει πλέον συχνά στην χώρα μας. Κι αν δεν είχε μικρό αριθμό αγροτών, πιθανότατα να μην ήταν γεωργικά ή οικονομικά εξελιγμένη. Άρα όχι μόνο είναι δεδομένο πώς θα μειωθεί ο αριθμός των αγροτών, αλλά ίσως αυτός θα έπρεπε να είναι ο στόχος. Λιγότεροι αλλά καλύτεροι αγρότες για μία πιο οργανωμένη και ανθεκτική αγροτική οικονομία. Ομοίως, ο πληθυσμός στις αγροτικές περιοχές δεν θα έπρεπε να είναι μικρότερος, αλλά μεγαλύτερος, στηριζόμενος όμως κυρίως σε άλλους τομείς της οικονομίας, περισσότερο ελκυστικούς και βιώσιμους.
Δεν είμαι οπαδός του μαζικού τουρισμού. Όμως, έχοντας την τύχη να ταξιδέψω αρκετά τα τελευταία χρόνια στην Πελοπόννησο και στην Ελλάδα, δεν είμαι κι οπαδός της απίστευτης εγκατάλειψης που βιώνει το μεγαλύτερο μέρος της χώρας μας. Κι αν δεν μπορώ μία φορά να δικαιολογήσω την εγκατάλειψη των εκατοντάδων όμορφων ορεινών χωριών μας, τότε δεν μπορώ να δικαιολογήσω εκατό φορές την εγκατάλειψη του Άργους, της Νεμέας, του Άστρους, των Μολάων, της Κορώνης, που είναι περιοχές που σε μία οποιαδήποτε άλλη χώρα θα ευημερούσαν, θα ήταν γεμάτες νέο κόσμο και νέες ιδέες αντί να αιμορραγούν ημιπεθαμένες. Η διατήρηση της πολιτισμικής παράδοσης ή του φυσικού περιβάλλοντος δεν εξαρτάται από τον αν οι κάτοικοι μίας περιοχής θα κάνουν το ίδιο επάγγελμα με τους παππούδες τους, αλλά αν θα υπάρχουν ευθύς εξαρχής κάτοικοι ώστε να διαιωνιστεί η παράδοση κι η μνήμη.Αν επιθυμούμε να διατηρηθεί το οτιδήποτε τότε θα πρέπει να επιθυμούμετην ανάπτυξη, την συγκράτηση των νέων στον τόπο τους με βιώσιμες θέσεις εργασίας που θα απευθύνονται στις ικανότητες τους. Η Κρήτη μας δείχνει τον δρόμο: είναι η μοναδική περιφέρεια της χώρας που βλέπει αύξηση του πληθυσμού της επειδή επένδυσε στον μαζικό τουρισμό. Πιστεύει κανείς στα σοβαρά πώς αλλοιώθηκε ο πολιτισμός της Κρήτης; Αλλά κι η αγροτική της παραγωγή, παρά την στροφή του κόσμου προς άλλες δραστηριότητες δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε σε αξία. Η επιβίωση κι ανάπτυξη της Πελοποννήσου μοιραία λοιπόν δεν βρίσκεται στις ελιές, τα πορτοκάλια και τα ζαρζαβατικά, αλλά στον τουρισμό, την βιομηχανία, τις παραγωγικές υπηρεσίες.
Ο Φίλιππος Παπαδημητρίου είναι φοιτητής νομικής, ελαιοπαραγωγός και πρόεδρος της ΑΜΚΕ Το Χαμόγελο του Χωριού

